

Η απόφασή μου να γίνω ψυχολόγος γεννήθηκε από την περιέργεια για τον άνθρωπο, τη βαθιά ενσυναίσθηση, το πάθος για τις ιστορίες των ανθρώπων και την πίστη ότι η αλλαγή είναι δυνατή, ακόμη και στις πιο δύσκολες φάσεις της ζωής, όταν υπάρχει η κατάλληλη υποστήριξη.
Εργάζομαι με ανθρώπους που ζουν με χρόνιες παθήσεις, ψυχοσωματικά ή ιατρικά ανεξήγητα συμπτώματα, έντονο στρες και ψυχική εξάντληση, αλλά και με άτομα που νιώθουν ότι το σώμα και ο νους τους «δεν συνεργάζονται πια». Η προσέγγισή μου βασίζεται στη στενή σχέση νου και σώματος και συνδυάζει την κλινική εμπειρία, την έρευνα και τη βιωμένη εμπειρία της ασθένειας.
Έχω εκπαιδευτεί και εργαστεί ως Κλινική Ψυχολόγος Υγείας, μια ειδικότητα που γεφυρώνει την ψυχική και τη σωματική υγεία. Αυτό σημαίνει ότι δεν βλέπω τον άνθρωπο μέσα από μια διάγνωση ή ένα σύμπτωμα, αλλά ως ένα σύνολο: με ιστορία, σώμα, σχέσεις, όρια και δυνατότητες.
Σε αντίθεση με την συμβατική κλινική ψυχολογία, που ασχολείται κυρίως με τη διάγνωση και τη θεραπεία των ψυχικών ασθενειών, η ψυχολογία της υγείας εξετάζει πώς οι ψυχολογικοί παράγοντες επηρεάζουν τα αποτελέσματα της σωματικής υγείας και αντίστροφα. Εφαρμόζεται ιδιαίτερα στην κατανόηση των χρόνιων ασθενειών, όπου η ψυχική και η σωματική υγεία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.
Η θεραπεία για μένα δεν είναι «μία μέθοδος για όλους». Είναι μια συνεργατική διαδικασία, προσαρμοσμένη στον κάθε άνθρωπο, με σεβασμό στην προσωπική του αφήγηση, στις αξίες και στους ρυθμούς του. Δουλεύουμε μαζί ώστε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει, να ανακουφίσουμε τον ψυχικό και σωματικό πόνο και να χτίσουμε τρόπους ζωής που υποστηρίζουν τη συνολική ευεξία.
Υποστηρίζω ανθρώπους που ζουν με χρόνιες παθήσεις, αυτοάνοσα νοσήματα, αόρατες αναπηρίες και ψυχοσωματικά ή ιατρικά ανεξήγητα συμπτώματα που συχνά δεν είναι εύκολο να διαγνωστούν, ενώ επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινότητα, τη λειτουργικότητα, την ταυτότητα και τις σχέσεις των ανθρώπων.
Δουλεύουμε με το σώμα και με τα συμπτώματα όχι ως «προβλήματα που πρέπει να λυθούν ή να διορθωθούν», αλλά ως πολύτιμες πηγές πληροφορίας, ανθεκτικότητας και θεραπείας. Όταν το σώμα μας μιλά, το ακούμε και ταυτόχρονα δίνουμε χώρο στα σωματικά μηνύματα και τα χρησιμοποιούμε ως αφετηρία για διάλογο, διερευνώντας την ψυχοσυναισθηματική τους διάσταση και όσα μπορεί να επιφέρουν δυσφορία, σύγχυση ή φόβο. Η ασθένεια, ή η απουσία διάγνωσης, δεν αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο, αλλά ως πρόσκληση για κατανόηση. Το σώμα συχνά εκφράζει όσα δεν έχουν ακόμη ειπωθεί με λόγια. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, δημιουργούμε έναν ασφαλή χώρο όπου νους και σώμα συνεργάζονται, ώστε το άτομο να ανακτήσει αίσθηση ελέγχου, σύνδεσης και εσωτερικής συνοχής.

Η τεκμηριωμένη βιοψυχοκοινωνική υποστήριξη συνδυάζει ψυχικές, σωματικές και κοινωνικές προσεγγίσεις για να ενισχύσει τη σύνδεση νου–σώματος και να βελτιώσει τη συνολική υγεία, μειώνοντας δείκτες στρες όπως η κορτιζόλη.
Η σχέση ανάμεσα στο νου, τον εγκέφαλο και το σώμα αποτελεί κεντρικό άξονα της θεραπείας. Παρότι ο εγκέφαλος και το σώμα είναι απτά, ο νους είναι πιο αφηρημένος και πολυδιάστατος και μοναδικός για κάθε άνθρωπο. Περιλαμβάνει σκέψεις, συναισθήματα, προσωπικότητα και τρόπους αντίληψης, στοιχεία που μπορεί να φαίνονται «φιλοσοφικά», αλλά έχουν αποδεδειγμένη επίδραση στη σωματική υγεία. Για παράδειγμα γνωρίζουμε πλέον με βεβαιότητα ότι το ψυχολογικό στρες μπορεί να επηρεάσει την ανοσολογική υγεία. Η ψυχονευροανοσολογία δείχνει ότι το χρόνιο στρες αποδυναμώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, αυξάνοντας την ευαλωτότητα σε ασθένειες και επιβραδύνοντας την ανάρρωση. Η σύνδεση νου–σώματος εξηγεί πώς οι ψυχολογικές καταστάσεις επηρεάζουν τη σωματική υγεία μέσω ορμονικών και φλεγμονωδών μηχανισμών που εμπλέκουν τον άξονα υποθάλαμος–υπόφυση–επινεφρίδια (HPA axis), την παραγωγή κυτοκινών και αλλαγές στους νευροδιαβιβαστές. Το χρόνιο στρες προκαλεί βαθιές αλλαγές στην ανοσολογική λειτουργία, όπως αυξημένη φλεγμονή και μειωμένη προσαρμοστική ανοσία (πχ Niharika et al.,2024). Τα δεδομένα δείχνουν ότι παρεμβάσεις νου–σώματος —όπως η ενσυνειδητότητα (MBSR), η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) και οι τεχνικές χαλάρωσης— μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη λειτουργία του ανοσοποιητικού μειώνοντας τους δείκτες στρες. Αυτές οι πρακτικές μειώνουν τα επίπεδα κορτιζόλης, περιορίζουν τις προφλεγμονώδεις κυτοκίνες και ενισχύουν την ανοσολογική ανθεκτικότητα. Είναι ιδιαίτερα ωφέλιμες για πληθυσμούς με υψηλό στρες, όπως φροντιστές και άτομα με χρόνιες παθήσεις, που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ανοσοκαταστολής.
Η ψυχική υγεία δεν είναι αποκομμένη από τον τρόπο ζωής, τη διαχείριση του άγχους κ του στρες, τον ύπνο, τη σωματική δραστηριότητα και άσκηση, τις σχέσεις, τις διατροφικές επιλογές, τα περιβάλλοντα που κινούμαστε και εν τέλει το νόημα που αποδίδουμε στη ζωή μας. Η θεραπεία δεν εστιάζει μόνο στα συμπτώματα, αλλά λαμβάνει υπόψη την μεγάλη εικόνα της καθημερινότητας και της ζωής σας. Ο κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζεται ολιστικά; το σώμα, το συναίσθημα, η σκέψη, οι ανάγκες, οι σχέσεις, οι συνήθειες. Εξερευνούμε πώς όλα αυτά αλληλεπιδρούν και πώς μπορούν να υποστηρίξουν την ευεξία σας. Η θεραπεία γίνεται ένας χώρος όπου μπορείτε να κατανοήσετε βαθύτερα τον εαυτό σας, να αναπτύξετε νέους τρόπους φροντίδας και να χτίσετε μια ζωή που σας ταιριάζει.
Έχω εκτενή εμπειρία με ευάλωτους πληθυσμούς που βιώνουν πολλαπλές δυσκολίες και τραυματικές εμπειρίες. Στη θεραπεία δημιουργώ έναν ασφαλή, μη επικριτικό χώρο, με σεβασμό στη διαφορετικότητα και την πολιτισμική εμπειρία. Μια θεραπεία ενημερωμένη από το τραύμα προσφέρει έναν ασφαλή, σταθερό και υποστηρικτικό χώρο όπου το άτομο μπορεί να κατανοήσει τι του συνέβη, πώς το σώμα και το νευρικό του σύστημα ανταποκρίνονται στο στρες και πώς μπορεί να ξαναχτίσει αίσθηση ασφάλειας και ελέγχου. Βασίζεται σε σύγχρονα επιστημονικά μοντέλα, όπως η Polyvagal Theory και η κατανόηση της αρχιτεκτονικής του εγκεφάλου, και βοηθά το άτομο να αναγνωρίσει τα συμπτώματα του τραύματος, τις αντιδράσεις μάχης–φυγής–παγώματος και τις σωματικές εκδηλώσεις που συχνά παραμένουν παρεξηγημένες. Μέσα από μια συνδυαστική προσέγγιση που περιλαμβάνει τόσο «top‑down» όσο και «bottom‑up» τεχνικές, η θεραπεία ενισχύει την αυτορρύθμιση, μειώνει την υπερδιέγερση, καλλιεργεί ενσώματη επίγνωση και βοηθά το άτομο να επεξεργαστεί με ασφάλεια δύσκολες εμπειρίες με το δικό του ρυθμό. Παράλληλα, ενδυναμώνει τον θεραπευόμενο να αναγνωρίσει τα όριά του, να αναπτύξει νέους τρόπους σύνδεσης με τον εαυτό και τους άλλους και να χτίσει μια ζωή με περισσότερη σταθερότητα, νόημα και ανθεκτικότητα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που δεν εστιάζει μόνο στο τραύμα, αλλά στη δυνατότητα για ίαση, επανασύνδεση και ανάπτυξη.
Στη θεραπευτική μου προσέγγιση αξιοποιώ επιστημονικά τεκμηριωμένες μεθόδους, αρχές ενσυνειδητότητας, στοιχεία από την ψυχολογία του τρόπου ζωής και ενσώματες πρακτικές. Κάθε παρέμβαση προσαρμόζεται στις ανάγκες, τις εμπειρίες και τον ρυθμό του ανθρώπου που έχω απέναντί μου, με σεβασμό στη μοναδικότητά του.
Έχω σχεδιάσει και υλοποιήσει παρεμβάσεις για άτομα με χρόνιες παθήσεις (όπως η άνοια) και για τους φροντιστές τους, καθώς και ερευνητικό έργο που αφορά αόρατες χρόνιες παθήσεις (όπως το σύνδρομο Sjögren). Στόχος της δουλειάς μου είναι να συμβάλει στο να γίνει ο «αόρατος» πόνος ορατός, αναγνωρίσιμος και ουσιαστικά κατανοητός, τόσο σε επιστημονικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.
Όπου κρίνεται απαραίτητο, συνεργάζομαι με γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας διαφορετικών ειδικοτήτων, με στόχο την παροχή ολιστικής και συντονισμένης φροντίδας. Η διεπιστημονική προσέγγιση διασφαλίζει ότι κάθε άτομο λαμβάνει ουσιαστική, εξατομικευμένη και πραγματικά υποστηρικτική βοήθεια, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις ψυχολογικές όσο και τις σωματικές του ανάγκες.
Η τεκμηριωμένη βιοψυχοκοινωνική υποστήριξη συνδυάζει ψυχικές, σωματικές και κοινωνικές προσεγγίσεις για να ενισχύσει τη σύνδεση νου–σώματος και να βελτιώσει τη συνολική υγεία, μειώνοντας δείκτες στρες όπως η κορτιζόλη.
Η σχέση ανάμεσα στο νου, τον εγκέφαλο και το σώμα αποτελεί κεντρικό άξονα της θεραπείας. Παρότι ο εγκέφαλος και το σώμα είναι απτά, ο νους είναι πιο αφηρημένος και πολυδιάστατος και μοναδικός για κάθε άνθρωπο. Περιλαμβάνει σκέψεις, συναισθήματα, προσωπικότητα και τρόπους αντίληψης, στοιχεία που μπορεί να φαίνονται «φιλοσοφικά», αλλά έχουν αποδεδειγμένη επίδραση στη σωματική υγεία. Για παράδειγμα γνωρίζουμε πλέον με βεβαιότητα ότι το ψυχολογικό στρες μπορεί να επηρεάσει την ανοσολογική υγεία. Η ψυχονευροανοσολογία δείχνει ότι το χρόνιο στρες αποδυναμώνει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού, αυξάνοντας την ευαλωτότητα σε ασθένειες και επιβραδύνοντας την ανάρρωση. Η σύνδεση νου–σώματος εξηγεί πώς οι ψυχολογικές καταστάσεις επηρεάζουν τη σωματική υγεία μέσω ορμονικών και φλεγμονωδών μηχανισμών που εμπλέκουν τον άξονα υποθάλαμος–υπόφυση–επινεφρίδια (HPA axis), την παραγωγή κυτοκινών και αλλαγές στους νευροδιαβιβαστές. Το χρόνιο στρες προκαλεί βαθιές αλλαγές στην ανοσολογική λειτουργία, όπως αυξημένη φλεγμονή και μειωμένη προσαρμοστική ανοσία (πχ Niharika et al.,2024). Τα δεδομένα δείχνουν ότι παρεμβάσεις νου–σώματος —όπως η ενσυνειδητότητα (MBSR), η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) και οι τεχνικές χαλάρωσης— μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τη λειτουργία του ανοσοποιητικού μειώνοντας τους δείκτες στρες. Αυτές οι πρακτικές μειώνουν τα επίπεδα κορτιζόλης, περιορίζουν τις προφλεγμονώδεις κυτοκίνες και ενισχύουν την ανοσολογική ανθεκτικότητα. Είναι ιδιαίτερα ωφέλιμες για πληθυσμούς με υψηλό στρες, όπως φροντιστές και άτομα με χρόνιες παθήσεις, που αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ανοσοκαταστολής.


Πέρα από την κλινική και ερευνητική μου εμπειρία, γνωρίζω την ασθένεια και από την πλευρά του ασθενούς. Αυτό επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που δουλεύω: με περισσότερη κατανόηση, λιγότερες υποθέσεις και μεγαλύτερο σεβασμό στις καθημερινές δυσκολίες και διακρίσεις που μπορεί να αντιμετώπίζουν οι ασθενείς. Για μένα, η θεραπεία ξεκινά από κάτι απλό αλλά ουσιαστικό, να νιώσει ο άνθρωπος ότι τον βλέπουν, τον ακούν και δεν είναι μόνος του.
Ως θεραπεύτρια, συνδυάζω κάτι που δε συναντά κανείς εύκολα στον ίδιο άνθρωπο: βαθιά κλινική εμπειρία, ισχυρό ερευνητικό υπόβαθρο και προσωπική κατανόηση της ασθένειας και της ευαλωτότητας. Η δουλειά μου ενώνει την επιστημονική τεκμηρίωση με την ανθρώπινη παρουσία, προσφέροντας έναν χώρο όπου ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ορατός. Εργάζομαι ολιστικά, με σεβασμό στη σύνδεση νου–σώματος, αξιοποιώντας βιοψυχοκοινωνικές και δημιουργικές προσεγγίσεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητα και τη θεραπεία. Έχω αφιερώσει χρόνια στην έρευνα για τη χρόνια ασθένεια, το τραύμα και την ψυχοσωματική υγεία, αναπτύσσοντας παρεμβάσεις που έχουν εφαρμοστεί σε διεθνή πλαίσια και έχουν βοηθήσει ανθρώπους να ανακτήσουν ή να βελτιώσουν την ευεξία, την ποιότητα ζωής του αλλά και την κοινωνική τους συμμετοχή. Πάνω απ’ όλα, όμως, προσφέρω έναν ασφαλή, ζεστό και χωρίς κριτική χώρο, όπου μπορείτε να ακουστείτε, να κατανοήσετε τον εαυτό σας και να χτίσετε μια ζωή με περισσότερη σταθερότητα, νόημα και σύνδεση.
Όλες αυτές οι εμπειρίες έχουν διαμορφώσει μια θεραπευτική προσέγγιση που είναι συμπονετική και συμπεριληπτική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και πλήρως προσαρμοσμένη στις δικές σας ανάγκες.
Είτε αντιμετωπίζετε χρόνια ασθένεια, ψυχοσωματικά ή ιατρικά ανεξήγητα συμπτώματα, άγχος ή μεγάλες αλλαγές στη ζωή, θα εργαστούμε μαζί για να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες, να αναγνωρίσουμε μη βοηθητικά μοτίβα και να σχεδιάσουμε τα βήματα που χρειάζονται για να χτίσετε ανθεκτικότητα και ουσιαστική, σταθερή αλλαγή.
Η θεραπεία μαζί μου δεν αφορά μόνο την αντιμετώπιση δυσκολιών και προκλήσεων. Αφορά τη βαθιά σύνδεση με τον εαυτό σας, την καλλιέργεια εσωτερικής συνοχής και τη δημιουργία μιας ζωής με περισσότερη ευημερία, νόημα και ελευθερία.



Από την πρώτη σας επαφή και σε κάθε συνεδρία, μπορείτε να περιμένετε:
Στόχος μου είναι να παρέχω εξαιρετική ψυχολογική φροντίδα που τιμά την εμπειρία σας, υποστηρίζοντας παράλληλα σημαντικές αλλαγές και ανάπτυξη.