

Κατανόηση των ψυχολογικών πτυχών της χρόνιας ασθένειας και τρόπων προσαρμογής και διαχείρισης μέσα από την εκμάθηση αποτελεσματικών δεξιοτήτων.
Οι χρόνιες ασθένειες και τα προβλήματα υγείας δεν επηρεάζουν μόνο το σώμα, επηρεάζουν βαθιά και την ψυχική ζωή του ατόμου, αλλά και των ανθρώπων που το φροντίζουν. Η πορεία και οι δυσκολίες στο δρόμο προς τη διάγνωση, οι ιατρικές εξετάσεις, η αβεβαιότητα, τα συμπτώματα και οι αλλαγές και η προσαρμογή στην νέα καθημερινότητα μπορούν να δημιουργήσουν άγχος, θλίψη, φόβο ή αίσθημα απώλειας ελέγχου. Δεν είναι τυχαίο ότι περίπου οι μισοί ενήλικες ζουν με μία ή περισσότερες χρόνιες ασθένειες και αντιμετωπίζουν καθημερινές προκλήσεις όπως διαχείριση δύσκολων συμπτωμάτων, απώλεια ανεξαρτησίας ή ανάγκη για συνεχή αυτοφροντίδα.
Η αντιμετώπιση μιας χρόνιας ασθένειας έχει τόσο σωματικές όσο και ψυχολογικές επιπτώσεις, οι δεύτερες όμως συχνά παραμένουν αόρατες και παραβλέπονται στον σχεδιασμό του θεραπευτικού πλάνου. Έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει μια διπλή και αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στη σωματική και την ψυχική υγεία: οι χρόνιες παθήσεις επηρεάζουν την ψυχική υγεία και αντίστροφα, για παράδειγμα οι χρόνιες παθήσεις μπορούν να επηρεάσουν τη διάθεση και το άγχος, ενώ η ψυχική επιβάρυνση μπορεί να δυσκολέψει τη διαχείριση της ασθένειας (π.χ Huang et al., 2023).
Άτομα που ζουν με χρόνιες παθήσεις όπως ο καρκίνος, ο διαβήτης, οι καρδιακές παθήσεις, τα νευρολογικά και τα ρευματικά νοσήματα αλλά και άτομα που ζουν με χρόνιο πόνο ή ιατρικά ανεξήγητα συμπτώματα έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν κατάθλιψη και άγχος σε σχέση με υγιή άτομα (π.χ Scott et al.,2023). Έρευνες δείχνουν ότι δεν είναι πάντα η σοβαρότητα της ασθένειας που καθορίζει την ψυχική υγεία. Με απλά λόγια, δεν είναι αναγκαστικά αυτοί με τις πιο σοβαρές παθήσεις που αναπτύσσουν ψυχικές διαταραχές και δυσκολίες. Πολλοί άνθρωποι προσαρμόζονται με επιτυχία στη διάγνωση και τις νέες συνθήκες.
Για όσους χρειάζονται υποστήριξη, ωστόσο, η ψυχοθεραπεία μπορεί να κάνει τη διαφορά. Η ολιστική φροντίδα σώματος και ψυχής είναι το κλειδί. Η ψυχολογική υποστήριξη δεν είναι «πολυτέλεια», αλλά ουσιαστικό κομμάτι της συνολικής θεραπείας, καθώς βοηθά το άτομο να ζει με περισσότερη σταθερότητα, αξιοπρέπεια και ποιότητα ζωής, ανεξάρτητα από την πορεία της ασθένειας. Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου το άτομο μπορεί να επεξεργαστεί την αβεβαίοτητα, το άγχος και τα συναισθήματα που συνοδεύουν τη διάγνωση, να αναπτύξει δεξιότητες προσαρμογής και διαχείρισης των συμπτωμάτων, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και την αίσθηση ελέγχου, να βελτιώσει την επικοινωνία με τους φροντιστές και τους επαγγελματίες υγείας και να χτίσει μια πιο ισορροπημένη σχέση με το σώμα και τις ανάγκες του.
1.1 Ζωή με χρόνιες ασθένειες
1.2 Ψυχοσωματικές ασθένειες, σωματοποίηση & ιατρικά ανεξήγητα συμπτώματα
1.3 Νευρογνωστικές διαταραχές & νευροεκφυλιστικές παθήσεις
1.4 Ψυχολογική υποστήριξη πριν και μετά από χειρουργικές επεμβάσεις
1.5 Ψυχολογική υποστήριξη για Ιατρικά Τραύματα
1.6 Ψυχολογική υποστήριξη για φροντιστές & οικογένειες ατόμων που αντιμετωπίζουν θέματα υγείας
Οι χρόνιες ασθένειες είναι καταστάσεις που διαρκούν μεγάλο χρονικό διάστημα (τουλάχιστον έναν χρόνο) και απαιτούν συνεχή ιατρική φροντίδα, επηρεάζουν την καθημερινή λειτουργικότητα ή περιορίζουν τις καθημερινές δραστηριότητες. Ο όρος «χρόνια ασθένεια» ωστόσο δεν έχει έναν οικουμενικά αποδεκτό ορισμό αλλά καλύπτει ένα ευρύ φάσμα παθήσεων, από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα μέχρι μεταβολικές, νευρολογικές, ρευματικές και ψυχικές διαταραχές, αλλά και καταστάσεις όπως ο χρόνιος πόνος, το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης ή τα ιατρικά ανεξήγητα συμπτώματα. Υπάρχει μεγάλη διαφοροποίηση τόσο στις παθήσεις που περιλαμβάνονται κάτω από αυτήν την «ομπρέλα» όσο και στη διάρκεια που πρέπει να έχει μια κατάσταση για να χαρακτηριστεί ως χρόνια. Επιπλέον, υπάρχει τάση να συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο ασθένειες, αλλά και μακροχρόνιες λειτουργικές αναπηρίες, όπως αναπτυξιακές διαταραχές και προβλήματα όρασης (Bernell & Howard, 2016).
Σύμφωνα με το CDC, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) και άλλους οργανισμούς οι χρόνιες ασθένειες περιλαμβάνουν:
Οι χρόνιες ασθένειες δεν επηρεάζουν μόνο το σώμα. Αλλάζουν την καθημερινότητα, τις συνήθειες, τις σχέσεις και την ψυχολογία, τόσο των ασθενών όσο και των φροντιστών και των οικογενειών τους. Η ζωή με μια χρόνια ασθένεια επηρεάζει σημαντικά την ψυχική υγεία και ευεξία, δημιουργώντας μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στη σωματική και την ψυχική υγεία καθώς είναι στενά αλληλένδετες και αλληλοεπηρεαζόμενες. Πλέον γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι αυτό δεν αποτελεί μια τυχαία σύμπτωση, αλλά μια σύνθετη αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών, και κοινωνικών παραγόντων.
Έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα με χρόνιες ασθένειες διατρέχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν ψυχικές δυσκολίες, όπως άγχος ή κατάθλιψη. Για παράδειγμα σε ασθένειες όπως ο διαβήτης, η υπέρταση, οι ρευματοπάθειες, τα νευρολογικά και τα καρδιακά προβλήματα αλλά και οι αναπνευστικές νόσοι, η κατάθλιψη και το άγχος εμφανίζονται πολύ συχνά. Οι ασθενείς με χρόνιες παθήσεις (π.χ άσθμα, καρκίνος, διαβήτης, ρευματοειδής αρθρίτιδα) μπορεί να έχουν αρνητική εικόνα για τη ζωή τους μετά τη διάγνωση και να βιώνουν λύπη, ανησυχία και απόγνωση. Συχνά αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες ψυχικές δυσκολίες, όπως μειωμένη διάθεση για φροντίδα του εαυτού και κοινωνική απομόνωση. Οι σωματικοί περιορισμοί που μπορεί να επιβάλλει η ασθένεια μπορεί να οδηγήσουν σε αισθήματα απελπισίας και σε μειωμένη αίσθηση ελέγχου πάνω στην υγεία τους. Παράλληλα, οι αντιδράσεις και τα συναισθήματα των κοινωνικών δικτύων τους (οικογένεια, φίλοι) μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την ψυχολογική τους κατάσταση (π.χ Scott et al.,2023).
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη πηγή στήριξης για όσους ζουν με χρόνια ασθένεια. Μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να επεξεργαστούν και να νοηματοδοτήσουν την εμπειρία τους, να αναπτύξουν μεγαλύτερη αποδοχή απέναντι στην ασθένεια, να μάθουν τρόπους διαχείρισης και αντιμετώπισης του άγχους και των δυσκολιών που προκύπτουν από τη χρόνια πάθηση, να θέσουν ρεαλιστικούς στόχους και να ζήσουν μια πλήρη και ουσιαστική ζωή. Επίσης, μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του άγχους και της κατάθλιψης και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι μια κατάλληλη βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη επιλογή, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ατόμου, βοηθώντας στην εκμάθηση νέων δεξιοτήτων και την προσαρμογή στη ζωή με μια σωματική ασθένεια (π.χ Miguel et al., 2021)
Η υποστήριξη από εξειδικευμένο ψυχολόγο υγείας είναι καθοριστική στη διαχείριση της χρόνιας ασθένειας. Μπορεί να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει καλύτερα την ασθένεια, να διαχειριστεί το άγχος, τη θλίψη, τον θυμό ή τη σύγχυση που συχνά τη συνοδεύουν, και να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά τις καθημερινές δυσκολίες. Παράλληλα, μέσα από την ψυχοθεραπεία, το άτομο μπορεί να βελτιώσει την επικοινωνία με τους συντρόφους και τους φροντιστές, ενισχύοντας τόσο την ποιότητα ζωής όσο και τη συνολική ευεξία του.
Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε ότι οι αλλαγές στον τρόπο ζωής (ιατρική του τρόπου ζωής), όπως για παράδειγμα, η ισορροπία στη διατροφή, η άσκηση, ο ύπνος, η διαχείριση του στρες, η κοινωνική υποστήριξη και η αποφυγή επιβλαβών συνηθειών, μπορούν να βελτιώσουν ουσιαστικά την υγεία και την ποιότητα ζωής των ασθενών, μειώνοντας παράλληλα το κοινωνικό και οικονομικό βάρος των ασθενειών. Αυτοί οι τομείς αποτελούν βασικούς πυλώνες της Ιατρικής του Τρόπου Ζωής και, η ενσωμάτωση τεκμηριωμένων παρεμβάσεων τρόπου ζωής σε ένα θεραπευτικό πλάνο, ενδυναμώνουν το άτομο να αναλάβει ενεργό ρόλο στη φροντίδα της υγείας του. Η διαδικασία αυτή υποστηρίζεται μέσα από συνεχή εκπαίδευση και ενημέρωση για τα ερευνητικά δεδομένα, αντιμετώπιση των εμποδίων που δυσκολεύουν την αλλαγή συμπεριφοράς καθώς και συνεχή και συστηματική αξιολόγηση και παρακολούθηση της προόδου του ασθενούς (πχ Sadiq, 2023). Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχολογική υποστήριξη και οι παρεμβάσεις τρόπου ζωής λειτουργούν συμπληρωματικά, προσφέροντας μια πραγματικά ολιστική φροντίδα για όσους ζουν με χρόνιες παθήσεις.
Το σώμα μας είναι πολύπλοκο και ως εκ τούτου οι περισσότερες παθήσεις έχουν πολλούς παράγοντες που τις προκαλούν ή τις επιδεινώνουν. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ορίζει την ψυχοσωματική ιατρική ως «τη μελέτη των βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων στην υγεία και την ασθένεια» τονίζοντας πως όλοι οι παράγοντες αλληλοεπιδρούν και επηρεάζουν την υγεία μας.
Η ψυχοσωματική ασθένεια αφορά σωματικά συμπτώματα που επηρεάζονται, προκαλούνται ή επιδεινώνονται από ψυχικούς και συναισθηματικούς παράγοντες. Τα συμπτώματα είναι πραγματικά και μπορεί να είναι έντονα και σοβαρά, ωστόσο η αιτία τους συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το άγχος, τη συναισθηματική πίεση ή άλλες ψυχικές δυσκολίες και όχι μόνο με μετρήσιμες σωματικές βλάβες. Εξάλλου, ο ίδιος ο όρος «ψυχοσωματικό» συνδυάζει το «ψυχο» (νους/ πνεύμα) και το «σωματικό» (σώμα), δείχνοντας τη στενή σχέση ανάμεσα στο νου και το σώμα και πώς οι ψυχικές διεργασίες μπορούν να επηρεάζουν τη λειτουργία του σώματος.
Πολλές σωματικές ασθένειες επηρεάζονται από ψυχοσωματικούς παράγοντες και συχνά επιδεινώνονται από το άγχος. Παραδείγματα είναι η αρθρίτιδα και άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις, ο διαβήτης, η ινομυαλγία, οι καρδιοπάθειες, η υπέρταση, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS), η παχυσαρκία, οι πονοκέφαλοι, τα δερματικά προβλήματα (π.χ. ψωρίαση, έκζεμα), οι κρίσεις/σπασμοί και οι διαταραχές ύπνου μεταξύ άλλων. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε πως συχνά το άγχος μπορεί να εκδηλώνεται με σωματικά συμπτώματα όπως πόνος στο στήθος, ταχυκαρδία, αϋπνία, εξάντληση, πονοκέφαλοι, ζάλη, τρέμουλο, υψηλή πίεση, μυϊκή ένταση, σφίξιμο γνάθου, στομαχικά προβλήματα, αλλαγές στην όρεξη, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, εξασθενημένο ανοσοποιητικό κ.λ. Το άγχος μπορεί να μην είναι η μοναδική αιτία μιας ασθένειας, αλλά συχνά την κάνει χειρότερη.
Παράλληλα, 1 στους 5 ασθενείς που επισκέπτονται έναν γενικό γιατρό παρουσιάζει ανεξήγητα σωματικά συμπτώματα ή αλλιώς σωματικά συμπτώματα χωρίς σαφή ιατρική εξήγηση (Kaur et al., 2022). Πολλοί άνθρωποι μπορεί να έχουν σωματικά προβλήματα που δεν φαίνεται να συνδέονται με κάποια ιατρική πάθηση, όπως για παράδειγμα, ζάλη ή πόνο, ή μπορεί να σχετίζονται με το νευρικό σύστημα, όπως μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα χέρια ή πόδια, τρόμος σε ένα ή και στα δύο χέρια, πονοκέφαλοι ή ημικρανίες, αλλαγές στην όραση, όπως θολή εικόνα ή λάμψεις μεταξύ άλλων. Σε περιπτώσεις που τα συμπτώματα είναι επίμονα και διαρκούν εβδομάδες ή μήνες χωρίς οι γιατροί μπορούν να εντοπίσουν την αιτία τους, τότε συχνά ονομάζονται «ιατρικώς ανεξήγητα συμπτώματα».
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ιατρική εξήγηση, δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματα είναι «ψεύτικα», «φανταστικά» ή είναι «μόνο στο μυαλό». Είναι πραγματικά, συχνά επίμονα και μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινότητα. Η αβεβαιότητα γύρω από την αιτία τους μπορεί να κάνει την εμπειρία πιο δύσκολη και αγχωτική και να επιδρά αρνητικά στην ψυχική υγεία. Τα άτομα που βιώνουν ανεξήγητα συμπτώματα συχνά έχουν περισσότερη αναπηρία, αυξημένη ψυχική δυσφορία, χαμηλότερη ποιότητα ζωής, δύσκολες σχέσεις με τους γιατρούς τους και δυσκολίες στην καθημερινότητα (Kaur et al., 2022).
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση σε άτομα που βιώνουν ψυχοσωματικά ή ανεξήγητα συμπτώματα. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει και να αντιμετωπίσει τις ψυχολογικές δυσκολίες που βιώνει και συχνά μπορεί να μειώσει την ένταση των σωματικών συμπτωμάτων (π.χ Cevelicek et al.,2023). Σε πολλές περιπτώσεις στην ψυχοθεραπεία δουλεύουμε πως μπορεί να βελτιωθεί η καθημερινότητα του ατόμου, συχνά παρά την παρουσία των συμπτωμάτων. Έρευνες δείχνουν ότι όταν λαμβάνονται υπόψη οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες και εφαρμόζονται κατάλληλες ψυχολογικές θεραπείες, οι ασθενείς με ανεξήγητα συμπτώματα μπορούν να δουν ουσιαστική βελτίωση στη συνολική ποιότητα ζωής τους (Kaur et al., 2022). Η ψυχοθεραπεία δεν «ακυρώνει» τα συμπτώματα, αντιθέτως τα αναγνωρίζει, τα σέβεται και βοηθά το άτομο να τα διαχειριστεί με τρόπους που μειώνουν την επιβάρυνση και ενισχύουν τον έλεγχο και την ευεξία ενώ ταυτόχρονα μειώνουν την αβεβαιότητα και το στρες που συνοδεύουν την εμπειρία. Παράλληλα, υποστηρίζει την κατανόηση και τη σταδιακή αλλαγή δυσλειτουργικών συναισθημάτων, σκέψεων και συμπεριφορών. Αυτό μπορεί να συμβάλει στη μείωση του υπερβολικού άγχους, της έντονης ανησυχίας και των αρνητικών σκέψεων, αλλά και στην καλύτερη αντιμετώπιση σωματικών συμπτωμάτων όπως η ταχυκαρδία, η ένταση ή οι δυσκολίες στον ύπνο. Παράλληλα, ενισχύεται η αυτοπεποίθησή και η ικανότητά να ανταποκρίνεται σε δύσκολες καταστάσεις.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση (Papola et al., 2024) η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT), οι θεραπείες τρίτου κύματος CBT και οι τεχνικές χαλάρωσης είναι πιο αποτελεσματικές από την «συνήθη φροντίδα» (treatment as usual) στη θεραπεία της οξείας φάσης της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής (Generalised Anxiety Disorder). Ανάλογα με τις ανάγκες του ατόμου, η θεραπευτική προσέγγιση μπορεί να περιλαμβάνει αναδόμηση σκέψεων (cognitive restructuring), χαλάρωση, εκπαίδευση γύρω από τη φύση του άγχους, παρακολούθηση των (σωματικών, γνωστικών και συμπεριφορικών) συμπτωμάτων σου και σταδιακή έκθεση σε αγχώδη ερεθίσματα με εξάσκηση δεξιοτήτων αντιμετώπισης. Με σταθερή υποστήριξη, το άτομο μπορεί να ανακτήσει τον έλεγχο, να μειώσει το άγχος και να χτίσει μια πιο ήρεμη, λειτουργική και ισορροπημένη καθημερινότητα.
Οι γνωστικές λειτουργίες περιλαμβάνουν τη σύνθετη προσοχή, τη μάθηση και τη μνήμη, τη γλώσσα, τις αντιληπτικο-κινητικές δεξιότητες, την εκτελεστική λειτουργία, και την κοινωνική νόηση και αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα ζωής κάθε ανθρώπου (McDonald, 2017).
Καθώς ο πληθυσμός μεγαλώνει, αυξάνεται και ο αριθμός των ατόμων που εμφανίζουν νευρογνωστικές διαταραχές, όπως για παράδειγμα το παραλήρημα, η ήπια και η μείζων νευρογνωστική διαταραχή (άνοια). Γνωρίζουμε πλέον πως τα περιστατικά άνοιας διπλασιάζονται κάθε 20 χρόνια και αναμένεται να ξεπεράσουν τα 115 εκατομμύρια παγκοσμίως μέχρι το 2050, γεγονός που καθιστά την έγκαιρη αναγνώριση και παρέμβαση ιδιαίτερα σημαντική.
Γι’ αυτό είναι κρίσιμο όχι μόνο να εντοπίζουμε έγκαιρα τα πιο ευάλωτα άτομα και να κατανοούμε την πορεία της νόσου τους αλλά και να παρεμβαίνουμε με αποτελεσματικές φαρμακευτικές και μη φαρμακευτικές θεραπείες. Όσο νωρίτερα αναγνωρίζεται μια διαταραχή, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευκαιρία να αναπτυχθούν εξατομικευμένες παρεμβάσεις που μπορούν να καθορίσουν την πορεία και να αναστείλουν την εξέλιξη της νόσου. Παρότι οι διαταραχές αυτές εμφανίζονται συχνότερα στους ηλικιωμένους, μπορεί να εμφανιστούν και σε νεότερα άτομα, όπως για παράδειγμα μετά από τραυματική εγκεφαλική κάκωση, σε άτομα με HIV ή σε περιπτώσεις ψυχιατρικών διαταραχών, και να συμβάλλει σημαντικά στην αναπηρία. Για παράδειγμα, σε ασθενείς με σχιζοφρένεια, η γνωστική έκπτωση μπορεί να προβλέψει την πορεία της διαταραχής και να είναι ανεξάρτητη από τα ψυχωτικά συμπτώματα McDonald, 2017).
Αντίστοιχα, οι νευροεκφυλιστικές ασθένειες είναι καταστάσεις που σταδιακά βλάπτουν και καταστρέφουν τμήματα του νευρικού συστήματος, κυρίως περιοχές του εγκέφαλου. Πρόκειται για έναν όρο ομπρέλα που περιλαμβάνει πλήθος ασθενειών όπως τις άνοιες (π.χ Αλτσχάιμερ, μετωποκροταφική άνοια, άνοια με σωμάτια Lewy), τη νόσο Πάρκινσον και άλλες μορφές παρκινσονισμού, απομυελινωτικές ασθένειες (π.χ σκλήρυνση κατά πλάκας (MS)), η νόσος των κινητικών νευρώνων/ALS, η Huntington και νόσοι που οφείλονται σε Prions. Πολλές από αυτές τις ασθένειες έχουν κοινά συμπτώματα και παρόμοιους μηχανισμούς, γι’ αυτό και συχνά επικαλύπτονται. Για παράδειγμα τα άτομα που ζουν με άνοιες μπορεί να εμφανίζουν σύγχυση, απώλεια μνήμης, δυσκολία στη σκέψη ή στη συγκέντρωση και αλλαγές στη συμπεριφορά ενώ τα άτομα με απομυελινωτικές ασθένειες μπορεί να βιώνουν έντονη κόπωση, πόνο, μυϊκούς σπασμούς, αδυναμία ή παράλυση, προβλήματα συντονισμού και μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα.
Πέρα από τα σωματικά συμπτώματα, οι ασθένειες αυτές έχουν και σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις. Καθώς η ασθένεια μπορεί να προχωρά, οι άνθρωποι βιώνουν αλλαγές όπως για παράδειγμα μειωμένη λειτουργικότητα, αλλαγές στους κοινωνικούς ρόλους και απώλεια ανεξαρτησίας, που συχνά οδηγούν σε άγχος και κατάθλιψη. Δεν επηρεάζονται, όμως, μόνο οι ασθενείς, αλλά και οι φροντιστές τους, που συχνά βιώνουν κόπωση, άγχος και κατάθλιψη, ιδιαίτερα όταν η ασθένεια είναι πιο βαριά, εξελίσσσεται ή συνοδεύεται από ψυχιατρικά συμπτώματα (π.χ Pinto et al.,,2023)
Η ψυχολογική δυσφορία μπορεί να εμφανιστεί είτε νωρίς είτε αργότερα στην πορεία της ασθένειας και επηρεάζει αρνητικά την ποιότητα ζωής τόσο των ασθενών όσο και των φροντιστών. Παρότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν θεραπείες που να οδηγούν σε πλήρη ίαση των νευρογνωστικών και νευροεκφυλιστικών νόσων, υπάρχουν επιλογές που μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση και στην επιβράδυνση της πορείας τους. Το ενθαρρυντικό είναι ότι υπάρχουν πολλές μη φαρμακευτικές προσεγγίσεις που μπορούν να στηρίξουν τη διάθεση, να ενισχύσουν την ψυχική ευεξία και να διευκολύνουν την προσαρμογή και την καθημερινή διαχείριση των νευρογνωστικών και νευροεκφυλιστικών νόσων, τόσο στα άτομα που ζουν με αυτές όσο και στους φροντιστές τους.
Η ψυχοθεραπεία είναι ευέλικτη και μπορεί να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ατόμου λαμβάνοντας υπόψη τα συμπτώματα, τα στάδια της ασθένειας, τους τρόπους αντιμετώπισης αλλά και τις προσωπικές προτιμήσεις κάθε ασθενούς ή φροντιστή. Για παράδειγμα, ανάλογα με το πλαίσιο της κάθε ασθένειας, μπορεί να βοηθήσει τα άτομα με νευρογνωστικές διαταραχές ή/ και νευροεκφυλιστικές ασθένειες και τους φροντιστές τους στην κατανόηση, αποδοχή και διαχείριση της νόσου, στη διαχείριση του άγχους, της θλίψης και της συναισθηματικής επιβάρυνσης, στη μείωση της ψυχολογικής δυσφορίας, τη βελτίωση της επικοινωνίας και της σχέσης μεταξύ ασθενούς και φροντιστή αλλά και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας και της ποιότητας ζωής.
Οι μη φαρμακευτικές παρεμβάσεις, όπως η ψυχοθεραπεία σε συνδυασμό με εκπαίδευση φροντιστών/ ψυχοεκπαίδευση, γνωστική ενδυνάμωση και στρατηγικές καθημερινής λειτουργικότητας, μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά τόσο για τα άτομα που ζουν με αυτές τις νόσους όσο και για τους ανθρώπους που τους στηρίζουν.
Μια σημαντική χειρουργική επέμβαση, ακόμη κι όταν δεν είναι απειλητική για την υγεία, μπορεί να προκαλέσει έντονα συναισθήματα όπως φόβο, άγχος ή θυμό. Σε πολλές περιπτώσεις η αβεβαιότητα, η έλλειψη ικανοποιητικής πληροφόρησης και οι αρνητικές σκέψεις συχνά οδηγούν σε αίσθημα υπερφόρτωσης, ενώ προσωπικά ζητήματα ή δυσκολίες μπορεί να επιδεινώνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Oι ψυχολογικές προκλήσεις έχουν αντίκτυπο στην ψυχική υγεία αλλά και στην ίδια την πορεία της ανάρρωσης και τα χειρουργικά αποτελέσματα. Έρευνες δείχνουν ότι άτομα με άγχος, κατάθλιψη ή μετατραυματικό στρες πριν το χειρουργείο έχουν συχνά πιο αργή ανάρρωση, μεγαλύτερο κίνδυνο επιπλοκών και αυξημένα ποσοστά μετεγχειρητικής κατάθλιψης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενσωμάτωσης ψυχολογικής υποστήριξης στα πρωτόκολλα φροντίδας. Η κατανόηση των ψυχολογικών πτυχών της χειρουργικής είναι κρίσιμη για τη βελτίωση της ανάρρωσης και της συνολικής ποιότητας φροντίδας, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στη χειρουργική και την ψυχολογική υποστήριξη Hsu et al., 2025).
Η ψυχική υγεία επηρεάζει ουσιαστικά τα χειρουργικά αποτελέσματα. Ασθενείς με προϋπάρχουσες ψυχολογικές δυσκολίες, όπως άγχος, κατάθλιψη ή μετατραυματικό στρες, συχνά εμφανίζουν παρατεταμένη ανάρρωση, αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και υψηλότερα ποσοστά μετεγχειρητικής κατάθλιψης. Παρά τα δεδομένα αυτά, η ψυχολογική υποστήριξη στις χειρουργικές διαδικασίες παραμένει ανεπαρκής ή απουσιάζει από τα πρωτόκολλα φροντίδας. (Hsu et al., 2025). Η ψυχολογική προετοιμασία ενδέχεται να είναι ωφέλιμη στη μείωση του πόνου, των αρνητικών συναισθημάτων και του αρνητικού συναισθηματικού φορτίου μετά το χειρουργείο ενώ μπορεί να μειώσει τη διάρκειας νοσηλείας και να συμβάλλει στην βελτίωση της ανάρρωσης (Powel et al., 2016)
Σε πολλλές περιπτώσεις η χειρουργική επέμβαση συνοδεύεται από έντονο σωματικό και ψυχικό στρες. Οι βασικές ψυχολογικές επιβαρύνσεις περιλαμβάνουν:
Μελέτες δείχνουν ότι περίπου 1 στους 3 ασθενείς βιώνουν μέτριο έως σοβαρό άγχος πριν την επέμβαση, ενώ σχεδόν 1 στους 4 εμφανίζει καταθλιπτικά συμπτώματα μετά, γεγονός που δυσχεραίνει την ανάρρωση και αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών.
Σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι η ψυχοθεραπεία πριν και μετά το χειρουργείο δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαίο και ουσιαστικό κομμάτι της φροντίδας. Η ψυχοθεραπεία πριν από μια χειρουργική επέμβαση μπορεί να κάνει ουσιαστική διαφορά. Βοηθά στη μείωση του άγχους, μειώνει τον κίνδυνο επιπλοκών και συμβάλλει σε μια πιο ομαλή και γρήγορη ανάρρωση. Παράλληλα, ενισχύει τη συνεργασία του ασθενούς με την ιατρική ομάδα και τη συμμόρφωση των ασθενών και βελτιώνει συνολικά την ποιότητα ζωής.
Πριν το χειρουργείο ο ασθενής μπορεί να μιλήσει ανοιχτά για τους φόβους και τις ανησυχίες του, να αναγνωρίσει, να εκφράσει και να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, να κατανοήσει καλύτερα τη διαδικασία του χειρουργείου και να αναπτύξει στρατηγικές αντιμετώπισης για πριν και μετά την επέμβαση. Επίσης μπορεί να εκπαιδευτεί σε συμπεριφορικές αλλαγές όπως π.χ η άσκηση, η διατροφή και η συμμόρφωση με τη φαρμακευτική αγωγή αποκτώντας ενεργή συμμετοχή στην φροντίδα του και συμβάλλοντας στον σχεδιασμό ενός εξατομικευμένου πλάνου υποστήριξης (Clay, 2020) Με αυτόν τον τρόπο, η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να αποκτήσει ρεαλιστικές προσδοκίες, να προετοιμαστεί για πιθανές δυσκολίες και να διαχειριστεί τον πόνο και την ανησυχία ώστε να νιώθει πιο προετοιμασμένος, πιο ήρεμος και πιο δυνατός απέναντι στην εμπειρία του χειρουργείου (π.χ Hsu et al., 2025).Μετά το χειρουργείο ο ασθενής μπορεί να εκπαιδευτεί σε τεχνικές χαλάρωσης και στρατηγικές που ενισχύουν την ψυχική ανθεκτικότητα και επιταχύνουν τη διαδικασία επούλωσης.
Με την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη, η εμπειρία του χειρουργείου γίνεται πιο διαχειρίσιμη, πιο ανθρώπινη και λιγότερο τρομακτική. Όταν ο ασθενής νιώθει προετοιμασμένος και υποστηριγμένος, η ανάρρωση γίνεται πιο ομαλή και η συνολική εμπειρία του χειρουργείου αλλάζει ουσιαστικά προς το καλύτερο.
Το ιατρικό τραύμα δεν είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται συχνά από τους επαγγελματίες υγείας. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα πολύ σημαντικό φαινόμενο που χρήζει προσοχής, τις ψυχολογικές και σωματικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει κάποιος μετά από δύσκολες ιατρικές διαδικασίες (π.χ. χειρουργείο, διασωλήνωση), νοσηλεία ή εμπειρίες θεραπείας σε νοσοκομεία ή κλινικές, ή διαγνώσεις σοβαρών ασθενειών (π.χ. καρκίνος) (Flaum Hall &Hall, 2013 ; Schmoyer-Edmiston, 2024). Τραυματική δεν είναι μόνο μια φυσική καταστροφή ή ένα ατύχημα. Παρότι δεν μιλάμε συχνά γι’ αυτό και η λέξη τραύμα συνδυάζεται με πολέμους, φυσικές καταστροφές, βία, τρομοκρατία, βασανιστήρια και τροχαία ατυχήματα, εξίσου τραυματικές μπορεί να είναι και οι ασθένειες που αποτελούν απειλή για τη ζωή, ή την ευημερία και την απώλεια ελέγχου ή η εμπειρία του να βλέπεις κάποιον δικό σου άνθρωπο να κινδυνεύει. Αυτά ακριβώς μπορεί να συμβούν και σε ένα νοσοκομείο, για παράδειγμα μια διάγνωση, μια επείγουσα επέμβαση, μια παραμονή σε ΜΕΘ. Μια τέτοια εμπειρία μπορεί να είναι τραυματική, να επηρεάσει βαθιά την ψυχική υγεία και να αφήσει μακροχρόνιες ψυχολογικές επιπτώσεις.
Τα συμπτώματα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο και περιλαμβάνουν, επίμονες σκέψεις ή αναδρομές στο γεγονός, αποφυγή νοσοκομείων ή εξετάσεων, άγχος, κατάθλιψη, θυμό, αίσθημα αδυναμίας ή σωματικά συμπτώματα όπως πονοκέφαλοι, αϋπνία, κόπωση κλ. Schmoyer-Edmiston, 2024
Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί ιατρικό μετατραυματικό στρες (PTSD), άγχος, κατάθλιψη, πένθος που γίνεται περίπλοκο ή σωματικά συμπτώματα (π.χ. πόνοι, κόπωση). Το ιατρικό μετατραυματικό στρες εμφανίζεται όταν κάποιος αναπτύσσει συμπτώματα μετά από μια ιατρική εμπειρία, όπως η διάγνωση σοβαρής ασθένειας, ένα χειρουργείο ή κάποιο ιατρικό λάθος. Παραδείγματος χάρη μπορεί να εμφανιστεί μετά από έμφραγμα, εγκεφαλικό ή αιμορραγία στον εγκέφαλο, τοκετό και γυναικολογικές επεμβάσεις, νοσηλεία σε μονάδα ΜΕΘ ή διάγνωση HIV. Αν και δεν το βιώνουν όλοι, ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών αναπτύσσει συμπτώματα άγχους, φόβου ή αναδρομών. Για παράδειγμα περίπου 2–3% των γυναικών ακόμη και αν έχουν γεννήσει με φυσιολογικό τοκετό εμφανίζουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες (PTSD) μετά τη γέννα. Ωστόσο, όταν μια γυναίκα χάνει το παιδί της στη γέννα, τα ποσοστά PTSD εκτοξεύονται έως και 77%. Σε μελέτη 500 γυναικών με γυναικολογικές επεμβάσεις, 100 τις περιέγραψαν ως «τρομακτικές» ή «πολύ επώδυνες», και 30 πληρούσαν τα πλήρη κριτήρια PTSD, οι μισές εκ των οποίων δεν είχαν προηγούμενα ψυχικά προβλήματα. Ταυτόχρονα, η παραμονή σε ΜΕΘ μπορεί να αφήσει βαθιά ψυχικά σημάδια. Έρευνες δείχνουν ότι 18–59% των ασθενών εμφάνισαν PTSD ακόμη και 9 χρόνια μετά την εμπειρία (Flaum Hall &Hall, 2013).
Το ιατρικό τραύμα μπορεί να αφορά και παιδιά (παιδιατρικό ιατρικό τραύμα). Μπορεί να εμφανιστεί σε παιδιά όταν βιώνουν, πόνο ή τραυματισμό, σοβαρή ασθένεια, ιατρικές διαδικασίες (π.χ. χειρουργείο, εξετάσεις), επεμβατικές ή τρομακτικές θεραπείες. Το παιδιατρικό ιατρικό τραύμα είναι το ψυχικό και σωματικό άγχος που μπορεί να προκαλέσει μια ιατρική εμπειρία σε ένα παιδί και την οικογένειά του. Μπορεί να εμφανιστεί μετά από μια δύσκολη θεραπεία ή να συσσωρευτεί με τον χρόνο. Η αναγνώριση και η υποστήριξη είναι σημαντικές για να βοηθήσουν το παιδί και την οικογένεια να νιώσουν ξανά ασφάλεια.
Εκτός από αυτά, μπορεί να προκύψουν και δευτερογενείς κρίσεις που επηρεάζουν την ανάπτυξη, τη φυσική κατάσταση, τις σχέσεις, την εργασία, την πνευματικότητα και την εικόνα του εαυτού (Flaum Hall &Hall, 2013) αλλά μπορεί να εξελιχθούν και σε πιο σύνθετες μορφές τραύματος και άλλες ψυχικές δυσκολίες, αν δεν αναγνωριστούν και δεν υποστηριχθούν έγκαιρα.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην ανάρρωση από ένα ιατρικό τραύμα. Μπορεί να βοηθήσει το άτομο να επεξεργαστεί όσα συνέβησαν με ασφάλεια και χωρίς κριτική, να μειώσει το άγχος, τις αναδρομές και τα σωματικά συμπτώματα, να ξαναχτίσει την αίσθηση ελέγχου και ασφάλειας, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα και την αυτοπεποίθηση, να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της υγείας του και να ανακτήσει σταδιακά την καθημερινότητά του.
Η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί επίσης να λειτουργήσει προληπτικά, βοηθώντας στην έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και στην αποφυγή πιο σοβαρών επιπτώσεων.
Με την κατάλληλη ψυχολογική υποστήριξη οι άνθρωποι μπορούν να ανακάμψουν και να νιώσουν ξανά ασφάλεια και να συνεχίσουν να έχουν τον έλεγχο της υγείας τους.
Η φροντίδα ενός ανθρώπου με χρόνια ασθένεια δεν αφορά μόνο τον ίδιο αλλά και τον φροντιστή. Αναμφίβολα, πρόκειται για μια συχνά «αόρατη» εργασία που αποτελεί μια απαιτητική διαδικασία, τόσο σε σωματικό όσο και σε ψυχικό επίπεδο. Το ρόλο της φροντίδας αναλαμβάνουν συνήθως οι γονείς, τα παιδιά, οι σύντροφοι, οι συγγενείς, οι φίλοι και σε πολλές περιπτώσεις συγγενείς και γείτονες.
Παρότι η σχέση ασθενούς και φροντιστή μπορεί να είναι στενή, βαθιά και υποστηρικτική και η παροχή φροντίδας να θεωρείται μια ηρωική πράξη την οποία οι φροντιστές συχνά αντιλαμβάνονται ως ηθική τους υποχρέωση, εντούτοις συχνά επιβαρύνει σημαντικά την υγεία και την ψυχική υγεία του ανθρώπου που τη προσφέρει. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα γίνεται και ο ίδιος «ασθενής».
Πολλοί φροντιστές βιώνουν ψυχικές δυσκολίες και συναισθηματική πίεση (π.χ άγχος, θλίψη, φόβος για το μέλλον), έντονο άγχος γιατί αφιερώνουν πολύ χρόνο στη φροντίδα, αλλά και σωματική κόπωση που μπορεί να συνοδεύεται από εξάντληση, διαταραχές ύπνου ή ψυχοσωματικά συμπτώματα. Συχνά περιορίζουν την προσωπική τους ζωή και απομακρύνονται από τον κοινωνικό τους κύκλο ή αναγκάζονται να αφήσουν την εργασία τους και χάνουν μέρος των εισοδημάτων τους.
Η καθημερινότητα μπορεί να περιλαμβάνει αυξημένες ευθύνες, δύσκολες συμπεριφορές από τον ασθενή, υποτροπές της ασθένειας και σε αρκετές περιπτώσεις την ψυχική επιβάρυνση του να βλέπουν την κατάσταση του ασθενούς να χειροτερεύει. Όλα αυτά τους κάνουν πιο ευάλωτους σε ψυχικές δυσκολίες και σε προβλήματα υγείας που σχετίζονται με το άγχος, την έντονη κόπωση και το «βάρος της φροντίδας», προκαλώντας αρνητικές συνέπειες τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική τους υγεία και ψυχική και συναισθηματική εξάντληση (burnout) (π.χ Cejalvo et al.,2021). Το βαρύ και αναπόφευκτο φορτίο της φροντίδας μπορεί να μειώσει την ικανότητα των φροντιστών να αναγνωρίζουν τις δικές τους ανάγκες και να τους εμποδίσει να ζητήσουν βοήθεια. Η ψυχολογικη υποστήριξη τους, ωστόσο, είναι απαραίτητη για να προστατεύσουν την δική τους ψυχική υγεία (π.χ Ye et al., 2023).
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη στήριξη για τους φροντιστές. Μπορεί να βοηθήσει τους φροντιστές να μειώσουν σημαντικά το ψυχολογικό βάρος και την επίδραση της φροντίδας, όπως το άγχος και την κατάθλιψη. Οι φροντιστές μπορεί να χρειάζονται βοήθεια στο να εκφράσουν ανοιχτά και αποτελεσματικά τα συναισθήματά τους και να αναγνωρίσουν και να νοηματοδοτήσουν τη συμβολή τους στη θεραπευτική πορεία του ασθενούς.
Επίσης, μπορεί να χρειάζεται να μάθουν τρόπους αντιμετώπισης και επίλυσης προβλημάτων, να αποκτήσουν αίσθηση ελέγχου, να βελτιώσουν την ικανότητα στην παροχή φροντίδας και να ενισχύσουν την αυτοαποτελεσματικότητα και την αυτοεκτίμηση τους. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να συμβάλλει στην αυτοφροντίδα τους και στην ενίσχυση της ψυχολογικής ευελιξίας τους, βοηθώντας τους να αποδέχονται τα συναισθήματά τους, να ζουν με βάση τις αξίες τους, να είναι πιο παρόντες στη στιγμή και να αποστασιοποιούνται από αρνητικά συναισθήματα μειώνοντας τα συμπτώματα άγχους, στρες και κατάθλιψης. Οι ψυχολογικές παρεμβάσεις και η ψυχοεκπαίδευση μπορούν να βοηθήσουν τους φροντιστές να νιώθουν πιο ικανοί, πιο σίγουροι και πιο προετοιμασμένοι (π.χ Panzeri et al., 2019) Η πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης είναι καθοριστική, καθώς η υγεία του φροντιστή είναι εξίσου σημαντική με εκείνη του ασθενούς. Ένας φροντιστής δεν μπορεί να προσφέρει ποιοτική φροντίδα αν η δική του υγεία είναι επιβαρυμένη


Μετά την πρώτη σας επικοινωνία μαζί μας, θα κανονίσουμε μια αρχική συμβουλευτική κλήση διάρκειας 30 λεπτών για να κατανοήσουμε καλύτερα το αίτημά σας, τις ανάγκες και τους θεραπευτικούς σας στόχους. Εφόσον επιθυμείτε να προχωρήσουμε, θα προγραμματίσουμε την πρώτη πλήρη συνεδρία σας.
Οι συνεδρίες ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής διαρκούν 50 λεπτά, σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές. Εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, απαιτείται εβδομαδιαία παρουσία ώστε να αποκομίσετε τα μέγιστα οφέλη από τη θεραπεία, προσφέροντας δομή και συνέπεια στη θεραπευτική διαδικασία.
Το ιδιωτικό γραφείο βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο, λεωφορείο ή μετρό. Εάν δεν μπορείτε να παρευρεθείτε αυτοπροσώπως, προσφέρονται και διαδικτυακές υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Η θεραπεία δεν είναι μια διαδικασία «μιας λύσης για όλους». Ο αριθμός των συνεδριών διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες, στόχους και ανάγκες σας. Μετά την αρχική συμβουλευτική κλήση και εφόσον αποφασίσετε να προχωρήσουμε, συνήθως προτείνεται να ξεκινήσετε με έξι συνεδρίες. Πολλοί πελάτες επιλέγουν να συνεχίσουν με θεραπεία ανοιχτής διάρκειας για βαθύτερη διερεύνηση και βιώσιμη πρόοδο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πραγματοποιείται ανασκόπηση κάθε 6–7 συνεδρίες.
Η προσέγγιση βασίζεται στις δικές σας ανάγκες και στόχους. Αντλώ από διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως η προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία, οι ψυχοδυναμικές/ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT), θεραπείες βασισμένες στη mindfulness και άλλες. Εάν έχετε απορίες, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε.
Η πρώτη πλήρης συνεδρία είναι μια ευκαιρία να ξεκινήσουμε τη δημιουργία της θεραπευτικής σχέσης, να διερευνήσουμε τι σας έφερε στη θεραπεία, ποιοι είναι οι στόχοι σας και να απαντήσουμε σε αρχικές ερωτήσεις. Είναι ένας συνεργατικός και υποστηρικτικός χώρος γνωριμίας.
Βλέπω μόνο εφήβους (π.χ., 16 ετών και άνω). Δυστυχώς, δεν εργάζομαι με παιδιά στο ιδιωτικό μου γραφείο.
Οι συνεδρίες πραγματοποιούνται στα ελληνικά και στα αγγλικά, είτε δια ζώσης είτε διαδικτυακά. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη γλώσσα με την οποία νιώθετε πιο άνετα.
Ναι. Πολλοί πελάτες συνδυάζουν δια ζώσης και διαδικτυακές συνεδρίες ανάλογα με το πρόγραμμά τους ή την άνεσή τους. Η ευελιξία αποτελεί βασικό μέρος της υποστήριξης.