Επικοινωνήστε μαζί μας και κλείστε την πρώτη σας συνεδρία!

 
Σχετικά με

Τραύμα, κακοποίηση
και αλλαγές ζωής

Με τι μπορώ να σας βοηθήσω
bt_bb_section_bottom_section_coverage_image
bt_bb_section_bottom_section_coverage_image
_

Τραύμα, κακοποίηση και αλλαγές ζωής

Το τραύμα, η κακοποίηση και οι σημαντικές αλλαγές και απώλειες στη ζωή δεν είναι απλώς δύσκολες εμπειρίες, είναι γεγονότα που μπορούν να αλλάξουν βαθιά τον τρόπο που κάποιος βλέπει και σχετίζεται με τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο γύρω του. Μπορεί να συμβούν στον καθένα, να προκύψουν ξαφνικά ή να διαμορφώνονται αθόρυβα μέσα στον χρόνο, αφήνοντας σημάδια που δεν είναι πάντα ορατά αλλά απολύτως υπαρκτά. Οι αντιδράσεις στο τραύμα, όπως ο φόβος, η σύγχυση, ο θυμός, η ντροπή, οι ενοχές, η υπερεπαγρύπνηση, η αποστασιοποίηση δεν αποτελούν σημάδια αδυναμίας αλλά φυσιολογικές προσπάθειες του οργανισμού να προστατευτεί και να επιβιώσει. Κάθε άνθρωπος βιώνει αυτές τις εμπειρίες με τον δικό του μοναδικό τρόπο και καμία αντίδραση δεν είναι «λάθος» ή «υπερβολική».

Η κακοποίηση, σε οποιαδήποτε μορφή της, μπορεί να διαταράξει την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης, ενώ το τραύμα μπορεί να επηρεάσει βαθιά τις σχέσεις, την αυτοεκτίμηση και την καθημερινή λειτουργικότητα. Παρ’ όλα αυτά, η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να αποτελέσει έναν σταθερό, ασφαλή και υποστηρικτικό χώρο όπου το άτομο αρχίζει να  επεξεργάζεται και να κατανοεί τι του συνέβη, να αναγνωρίζει τα μοτίβα που δεν το ευνοούν και να ξαναχτίζει την εσωτερική του αίσθηση ασφάλειας. Η ψυχοθεραπεία δεν μειώνει, ούτε «σβήνει» το τραύμα, αλλά μπορεί να βοηθήσει το άτομο να το επεξεργαστεί, να ανακτήσει τον έλεγχο της ζωής του και να προχωρήσει με περισσότερη αυτογνωσία, δύναμη και ελπίδα.

1.1 Τραύμα, μετατραυματικό στρες (PTSD) & σύνθετες  τραυματικές εμπειρίες (C‑PTSD)
1.2 Σωματική, συναισθηματική & ψυχολογική κακοποίηση
1.3 Θλίψη, πένθος & απώλειες που αλλάζουν τη ζωή μας
1.4 Χωρισμός, διαζύγιο & διάλυση σημαντικών σχέσεων
1.5 Μοιχεία, προδοσίες & τραύματα προσκόλλησης

1.1 Τραύμα, μετατραυματικό στρες (PTSD) & σύνθετες τραυματικές εμπειρίες (C‑PTSD)

Τι είναι

Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (Post traumatic stress disorder; PTSD) είναι μια ψυχική δυσκολία που μπορεί να εμφανιστεί μετά από ένα πολύ τρομακτικό ή απειλητικό γεγονός ή μετά από πολλαπλές τέτοιες εμπειρίες. Δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά μια φυσική αντίδραση του οργανισμού σε ακραίο στρες. Το άτομο μπορεί να αναβιώνει το τραυματικό γεγονός με τη μορφή έντονων παρεισφρητικών αναμνήσεων, αναδρομών (flashbacks) ή εφιαλτών που το κάνουν να νιώθει σαν να ξαναζεί το τραύμα. Αυτή η επαναβίωση (re-experiencing) μπορεί να εκδηλωθεί μέσω μίας ή περισσότερων αισθητηριακών οδών και να συνοδεύεται από ισχυρά ή κατακλυσμικά συναισθήματα, ιδιαίτερα φόβο ή τρόμο, καθώς και έντονες σωματικές αντιδράσεις.

Παράλληλα, το άτομο μπορεί να προσπαθεί να αποφύγει οτιδήποτε του θυμίζει το γεγονός όπως σκέψεις και αναμνήσεις, δραστηριότητες, καταστάσεις, μέρη ή ανθρώπους. Συχνά μπορεί να νιώθει μια συνεχή αίσθηση κινδύνου, μια υπερεπαγρύπνηση, δυσκολία να χαλαρώσει ή έντονη αντίδραση σε ξαφνικούς θορύβους. Τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν για αρκετές εβδομάδες (ή και περισσότερο) και να επηρεάσουν σημαντικούς τομείς της ζωής όπως προσωπικούς, οικογενειακούς, κοινωνικούς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματικούς.

Τα τελευταία χρόνια, η διαταραχή μετατραυματικού στρες φαίνεται πως έχει αποκτήσει μια «αδελφή κατάσταση», τη Σύνθετη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (C-PTSD), η οποία περιγράφει πιο σύνθετες αντιδράσεις που είναι τυπικές σε άτομα εκτεθειμένα σε χρόνιο τραύμα. Η προσθήκη αυτού του ορισμού ως ξεχωριστού από την PTSD επιτρέπει μεγαλύτερη ακρίβεια στη διάγνωση και πιο εξατομικευμένη και αποτελεσματική θεραπεία. Ως αδελφές καταστάσεις, η PTSD και η C-PTSD μοιράζονται πολλές αιτίες και ένα πολύ συγκεκριμένο κοινό «προφίλ συμπτωμάτων» ενώ οι θεραπευτικές μέθοδοι συχνά βασίζονται σε αντίστοιχες αρχές.

Η PTSD συνήθως προκύπτει από ένα μεμονωμένο τραυματικό γεγονός, όπως για παράδειγμα, ένας δύσκολος τοκετός, μια διάρρηξη, μια επίθεση ή μια πυρκαγιά. Αντίθετα, η C-PTSD αναπτύσσεται συχνά μετά από παρατεταμένα, επαναλαμβανόμενα ή πολλαπλά τραυματικά γεγονότα. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε περιπτώσεις όπως εκφοβισμός, χρόνια σεξουαλική/ψυχολογική/σωματική κακοποίηση ή παραμέληση, χρόνια βία από σύντροφο, απαγωγή, αιχμαλωσία, δουλεία, εμπορία ανθρώπων, αιχμαλωσία πολέμου ή μακροχρόνια απομόνωση. Η C-PTSD εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα που βίωσαν τραύμα σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης ή κακοποιήθηκαν από κάποιον που εμπιστεύονταν (π.χ. φροντιστή). Αυτό συχνά επηρεάζει βαθύτερα το νευρικό σύστημα γύρω από την προσκόλληση και τις σχέσεις.

Εκτός από τα κοινά συμπτώματα με την PTSD όπως για παράδειγμα, η επαναβίωση του τραύματος (μέσα από αναμνήσεις, flashbacks ή εφιάλτες), η αποφυγή ανθρώπων, τόπων ή σκέψεων που σχετίζονται  το τραύμα, οι αλλαγές στη διάθεση και στη σκέψη (π.χ αποστασιοποίηση, έντονα αρνητικά συναισθήματα), η υπερεπαγρύπνηση, η ευερεθιστότητα, η δυσκολία συγκέντρωσης ή ύπνου, η C‑PTSD συχνά περιλαμβάνει και δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων, έντονο θυμό ή βαθιά θλίψη, πολύ αρνητική εικόνα για τον εαυτό, ενοχές, ντροπή ή την αίσθηση ότι «δεν αξίζω». Μπορεί επίσης να επηρεάσει σημαντικά τις σχέσεις, δημιουργώντας δυσκολία εμπιστοσύνης, αποφυγή ή εμπλοκή σε ανθυγιεινά μοτίβα. Συχνά εμφανίζεται εμμονή με τον θύτη ή το τραύμα, αίσθημα απελπισίας ότι «τίποτα δεν θα αλλάξει», αποσύνδεση από τον εαυτό ή τον κόσμο, καθώς και απώλεια αξιών, πίστης ή ελπίδας.

Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία:

Η ψυχοθεραπεία είναι ευέλικτη και μπορεί να προσαρμοστεί στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ατόμου και να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για την επεξεργασία των τραυματικών εμπειριών, τον έλεγχο των συμπτωμάτων και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Στις θεραπευτικές συναντήσεις παρέχεται υποστήριξη, καθοδήγηση και εκπαίδευση σχετικά με το πώς λειτουργεί το σώμα και το μυαλό μετά από τραύμα. Το άτομο μπορεί να μάθει τρόπους και τεχνικές να διαχειρίζεται τις δύσκολες σκέψεις και τα συμπτώματα που επηρεάζουν την καθημερινότητά του. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μέρος της θεραπείας μπορεί να είναι και η σταδιακή έκθεση σε καταστάσεις που προκαλούν φόβο ή άγχος, ώστε το άτομο να ανακαλύψει ότι μπορεί να τις αντέξει και να τις διαχειριστεί και να ξαναβρεί την ισορροπία και την ηρεμία του.

 

1.2 Σωματική, συναισθηματική & ψυχολογική κακοποίηση

Τι είναι

Η κακοποίηση μπορεί να πάρει πολλές μορφές και να εκδηλωθεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους αλλά πάντα έχει έναν κοινό παρονομαστή: ότι κάποιος φέρεται με τρόπο που προκαλεί βλάβη, πόνο ή στεναχώρια σε ένα άλλο άτομο. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι σωματική, λεκτική, συναισθηματική ή ψυχολογική. Συχνά τα σημάδια της κακοποίησης δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν ενώ πολλές φορές και τα ίδια τα άτομα μπορεί να δυσκολεύονται να κατανοήσουν πως υφίστανται κακοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει να θεωρείται αμελητέα, καθώς οι συνέπειές της μπορεί να είναι βαθιές και αόρατες, επηρεάζοντας την υγεία, την ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση αλλά και την εμπιστοσύνη του ατόμου στις σχέσεις.

Ένα άτομο που βρίσκεται σε μια κακοποιητική συνθήκη μπορεί να αντιμετωπίζει συμπτώματα έντονου άγχους, κατάθλιψης ή μετατραυματικού στρες (PTSD), να βιώνει κρίσεις άγχους ή κρίσεις πανικού, να έχει δυσκολίες με τον ύπνο και να ζει με ένα συνεχές αίσθημα ενοχής και ντροπής. Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι υπερβολές ή προσπάθειες για να τραβήξει την προσοχή ή να προκαλέσει τον οίκτο και τη συμπάθεια, αλλά φυσιολογικές συνέπειες μιας μη ασφαλούς και επιβαρυντικής συνθήκης.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως η κακοποίηση δεν είναι πάντα εμφανής και χρειάζεται να ξέρουμε πώς να την αναγνωρίζουμε. Δεν είναι απλώς «κακή συμπεριφορά» αλλά κάτι σοβαρό που μπορεί να είναι επικίνδυνο και συχνά παράνομο. Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, σε οποιαδήποτε ηλικία, ανεξαρτήτως κοινωνικο-οικονομικού υποβάθρου, και συχνά μπορεί να επηρεάζει περισσότερα από ένα άτομα ταυτόχρονα. Συνήθως, όσοι κακοποιούν βρίσκονται σε θέση εξουσίας ή εκμεταλλεύονται μια σχέση εμπιστοσύνης. Οι πράξεις τους είναι επιβλαβείς, ανήθικες και ψυχοφθόρες.

Η σωματική κακοποίηση είναι κάθε μορφή βίας στο σώμα, όπως χτυπήματα, σπρωξίματα, κάψιμο ή άλλες πράξεις που προκαλούν πόνο ή τραυματισμό. Ως σωματική κακοποίηση θα μπορούσανε να χαρακτηριστούν οι επιθέσεις ή τα χτυπήματα (π.χ σφαλιάρες, γροθιές, κλωτσιές, τράβηγμα μαλλιών, δαγκώματα, σπρωξίματα), ο άγριος ή βίαιος χειρισμός  (π.χ να πιάνουν κάποιον με τρόπο που προκαλεί πόνο ή φόβο), το κάψιμο, οι σωματικές τιμωρίες, η παράνομη ή ακατάλληλη χρήση περιορισμών (π.χ. δέσιμο ή κράτημα με βία), όπως επίσης και η σκόπιμη πρόκληση δυσφορίας (π.χ. να ανοίγουν το παράθυρο και να αφαιρούν κουβέρτες για να κρυώσει κάποιος), η αναγκαστική απομόνωση ή εγκλεισμός ή η αναγκαστική σίτιση ή στέρηση τροφής.

Η ψυχολογική ή συναισθηματική κακοποίηση μπορεί να είναι εξίσου επιβλαβής. Από τις πιο συχνές εκφράσεις ψυχολογικής ή συναισθηματικής κακοποίησης είναι ο υποτιμητικός τρόπος ομιλίας (π.χ να μιλάει κάποιος με τρόπο που μειώνει ή κάνει το άτομο να νιώθει σαν παιδί), οι απειλές βλάβης ή εγκατάλειψης αλλά και όλο και συχνότερα πλέον ο διαδικτυακός εκφοβισμός (cyber bullying). Ως ψυχολογική ή συναισθηματική κακοποίηση θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί η καταπίεση των επιλογών (π.χ να μην αφήνει το άτομο να εκφράσει γνώμη ή να κάνει επιλογές), η έλλειψη σεβασμού της ιδιωτικότητας καθώς επίσης και ο εκφοβισμός και οι απειλές (π.χ χρήση φόβου, πίεσης, προσβολών, βρισιών ή ταπείνωσης).  Κακοποίηση αποτελούν επίσης, η κοινωνική απομόνωση (π.χ να εμποδίζει κάποιος το άτομο να έχει πρόσβαση σε υπηρεσίες, εκπαίδευση, κοινωνικές ευκαιρίες ή φίλους), η στέρηση βοηθημάτων (π.χ να αφαιρεί κινητικά ή επικοινωνιακά βοηθήματα ή να αφήνει το άτομο μόνο όταν χρειάζεται βοήθεια αλλά και η στέρηση δραστηριοτήτων (π.χ να εμποδίζει κάποιον να συμμετέχει σε πράγματα που τον ενδιαφέρουν ή τον κάνουν να νιώθει χρήσιμος).

Άλλες μορφές κακοποίησης περιλαμβάνουν την ενδοοικογενειακή βία όπου το άτομο υφίσταται κακοποίηση μέσα στη σχέση ή την οικογένεια (π.χ. από σύζυγο ή σύντροφο), τη σεξουαλική κακοποίηση, δηλαδή κάθε μορφή σεξουαλικής πράξης χωρίς συναίνεση ή υπό  πίεση και ο εξαναγκασμός σε σεξουαλικές συμπεριφορές καθώς και την οικονομική ή υλική κακοποίηση, όπως ο έλεγχος χρημάτων, περιουσίας ή βασικών αναγκών (π.χ. κλοπή, έλεγχος εισοδήματος ή στέρηση βασικών αναγκών). Υπάρχει επίσης η διακριτική κακοποίηση, όταν κάποιος κακοποιείται λόγω φυλής, φύλου, ηλικίας, θρησκείας, αναπηρίας ή άλλης προσωπικής ταυτότητας. Κακοποίηση μπορεί επίσης να συμβαίνει μέσα σε οργανισμούς ή ιδρύματα (π.χ. γηροκομεία, νοσοκομεία) λόγω κακής πρακτικής ή αδιαφορίας ή σε περιπτώσεις όπου δεν παρέχεται η απαραίτητη φροντίδα, όπως τροφή, φάρμακα, καθαριότητα ή ασφάλεια. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί και η αυτοπαραμέληση, όταν δηλαδή το ίδιο το άτομο δεν φροντίζει τον εαυτό του (π.χ. δεν τρώει, δεν πλένεται ή δεν παίρνει φάρμακα) με αποτέλεσμα να κινδυνεύει.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι όποιος βλάπτει κάποιον εσκεμμένα διαπράττει κακοποίηση. Το άτομο που κακοποιείται δεν φταίει ποτέ. Η αναγνώριση της κακοποίησης μπορεί να είναι δύσκολη, ειδικά όταν κάποιος ζει με αυτήν για χρόνια και έχει αρχίσει να τη θεωρεί «φυσιολογική». Όμως η κακοποίηση δεν είναι φυσιολογική ούτε υγιής συμπεριφορά και μπορεί να έχει μακροχρόνιες ψυχολογικές συνέπειες.

Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία:

Η ψυχοθεραπεία είναι μια ασφαλής και υποστηρικτική διαδικασία που μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αισθανθεί ασφάλεια. Μπορεί να το βοηθήσει να αναγνωρίσει τα μοτίβα κακοποίησης, να επανακτήσει την αίσθηση αξίας του και να ξαναβρεί την εσωτερική του δύναμη, την αυτοπεποίθηση και ελπίδα του. Μέσα στη θεραπευτική σχέση το άτομο μπορεί να ωφεληθεί και να λάβει ψυχική και συναισθηματική υποστήριξη, ώστε να αναγνωρίσει κακοποιητικές σχέσεις και τις επιπτώσεις τους, να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που μπορεί να προκαλέσουν και να βρει τη δύναμη να αποχωρήσει από αυτές τις συνθήκες ή να θέσει υγιή όρια για την αυτοπροστασία του. Η θεραπεία μπορεί επίσης να βοηθήσει το άτομο να αναπτύξει υγιείς τρόπους αντιμετώπισης, να μειώσει το αίσθημα αβοηθησίας και να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στους άλλους, ώστε να μπορέσει να προχωρήσει στη ζωή του με μεγαλύτερη ασφάλεια και αυτονομία.

 

1.3 Θλίψη, πένθος & απώλειες που αλλάζουν τη ζωή μας

Τι είναι

Οι περισσότεροι άνθρωποι νιώθουν θλίψη όταν χάνουν κάτι ή κάποιον σημαντικό στη ζωή τους. Η θλίψη και το πένθος μπορεί να εμφανιστούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, πολλά διαφορετικά συμπτώματα και να επηρεάσουν τον καθένα με διαφορετικό τρόπο. Δεν υπάρχει «σωστός» ή «λάθος» τρόπος για να νιώθει κάποιος που πενθεί, ούτε ένα ιδανικό χρονοδιάγραμμα που να ορίζει πότε «θα περάσει» και πότε κάποιος θα νιώσει καλύτερα. Ωστόσο, ο όρος απώλεια δεν περιορίζεται μόνο στο θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου αλλά μπορεί να περιλαμβάνει και το τέλος μιας σημαντικής σχέσης, την απώλεια εργασίας, σπιτιού ή περιουσίας ή ακόμη και κάποιου ζώου συντροφιάς.

Η θλίψη είναι μια φυσιολογική αντίδραση στην απώλεια, μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους και να επηρεάσει το άτομο τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Συχνά, οι πρώτες αντιδράσεις  συνοδεύονται από σοκ και μούδιασμα. Μπορεί να εμφανιστεί  θυμός προς το άτομο που χάθηκε, προς την αιτία της απώλειας ή ακόμη και προς τον εαυτό, μαζί με έντονη λύπη και νοσταλγία. Το άτομο μπορεί να νιώθει πολύ έντονη κούραση ή εξάντληση αλλά και τύψεις και ενοχές, επειδή ένιωσε θυμό, επειδή είπε ή δεν είπε κάτι, ή επειδή δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον θάνατο ή αυτό που συνέβη. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να συνυπάρχει και ανακούφιση, όπως για παράδειγμα όταν το άτομο που «έφυγε» ήταν άρρωστο ή η σχέση που τελείωσε ήταν δύσκολη ή επώδυνη. Όλα αυτά είναι φυσιολογικές αντιδράσεις.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, η θλίψη μειώνεται σταδιακά με τον χρόνο. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις, η θλίψη ενδέχεται να παραμένει για πολλούς μήνες ή και χρόνια. Αυτό ονομάζεται συχνά παρατεταμένη ή περίπλοκη θλίψη. Το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται σημαντικά να αποδεχθεί την απώλεια ή το θάνατο (ειδικά σε περιπτώσεις που ήταν ξαφνικός ή απροσδόκητος), Μπορεί να σκέφτεται συνεχώς το άτομο που έφυγε ή αυτό που έχασε, να καθηλώνεται σ αυτές τις σκέψεις και να νιώθει αδυναμία να επιστρέψει στις καθημερινές δραστηριότης.

Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία:

Κάθε εμπειρία θλίψης είναι μοναδική και καθαρά προσωπική. Η θεραπευτική διαδικασία  προσαρμόζεται στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου και μπορεί να προσφέρει στήριξη όταν οι σκέψεις, τα συναισθήματα ή οι συμπεριφορές που σχετίζονται με την απώλεια είναι πολύ έντονες, συνεχείς ή ανησυχητικές για το ίδιο το άτομο και την ευημερία του. Μέσα από την ψυχοθεραπεία το άτομο μπορεί να μάθει να αντιμετωπίζει το στρες της απώλειας, να κατανοεί και να ανακουφίζεται από τα συμπτώματα, να νοηματοδοτήσει την εμπειρία και, με έναν τρόπο που τιμά τόσο αυτό που χάθηκε όσο και τον ίδιο του τον εαυτό, να επιστρέψει σταδιακά στις καθημερινές του δραστηριότητες.

 

1.4 Χωρισμός, διαζύγιο & διάλυση σημαντικών σχέσεων

Τι είναι

Η απόφαση να τερματίσει κανείς μια σημαντική σχέση ή έναν γάμο είναι συχνά μια από τις πιο δύσκολες και πολύπλοκες εμπειρίες της ζωής. Εμπλέκονται έντονα συναισθήματα αλλά και πολλά πρακτικά ζητήματα που κάνουν τη διαδικασία ακόμη πιο απαιτητική και πιθανώς επώδυνη. Ο χωρισμός από μια μακροχρόνια σχέση θεωρείται από τις πιο δύσκολες εμπειρίες. Το «να προχωρήσει» κανείς δεν είναι πάντα εύκολο, ειδικά όταν πρέπει να λάβει υπόψη πλήθος παραμέτρων όπως για παράδειγμα την επικοινωνία με τον/την πρώην σύντροφο λόγω παιδιών, κοινής κατοικίας ή οικονομικών διαφορών. Πέραν των συναισθηματικών προκλήσεων, οι πρακτικές δυσκολίες μπορεί να παρατείνουν τη διαδικασία και να δυσκολέψουν τη λήψη αποφάσεων και την προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα.

Ο χωρισμός μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επώδυνος όταν είναι ξαφνικός και δεν υπάρχει χρόνος προετοιμασίας ή σταδιακής αποστασιοποίησης. Η αιφνίδια απώλεια εμπιστοσύνης ή η αποκάλυψη μιας προδοσίας μπορεί να προκαλέσει σοκ και έντονη συναισθηματική αναστάτωση. Πολλοί άνθρωποι αντιδρούν σαν να βιώνουν ένα τραυματικό γεγονός. Η θλίψη, η σύγχυση, ο θυμός και το άγχος για το μέλλον είναι συχνές συναισθηματικές αντιδράσεις, ενώ μπορεί να εμφανιστούν και ψυχολογικά ή σωματικά συμπτώματα. Το άτομο ενδέχεται να νιώθει ένα αίσθημα μοναξιάς και εγκατάλειψης, επαναλαμβανόμενες σκέψεις (“rumination”) που εντείνουν την κατάθλιψη και το άγχος αλλά και συμπτώματα όπως αϋπνία, αλλαγές στην όρεξη και τη διάθεση, πονοκέφαλους ή έντονο στρες που μπορεί να επηρεάσει το ανοσοποιητικό και τη μακροχρόνια υγεία.

Αρκετά συχνά συναντάμε και περιπτώσεις όπου ο χωρισμός συνοδεύεται και από μια μορφή πένθους, για έναν άνθρωπο που ζει αλλά δεν είναι πια παρών στη ζωή με τον τρόπο που ήταν. Οι αναμνήσεις, οι χώροι και οι καθημερινές συνήθειες μπορεί να πυροδοτούν κύματα θλίψης και νοσταλγίας.

Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία:

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν σταθερό και υποστηρικτικό χώρο μέσα σε αυτή τη μεταβατική περίοδο. Μπορεί να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει βαθύτερα τι συνέβη, να επεξεργαστεί ζητήματα όπως η επικοινωνία και η εμπιστοσύνη, και να προσφέρει το «κλείσιμο» που συχνά χρειάζεται για να γίνει αποδεκτό το τέλος μιας σχέσης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να δοθεί νόημα σε αυτή τη μετάβαση, να μειωθεί η ένταση, να αναγνωριστούν τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά της σχέσης και να μειωθεί ο πόνος και η εχθρότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για ένα πιο ήρεμο και σταθερό μέλλον. Με αυτό τον τρόπο η ψυχοθεραπεία μπορεί να συμβάλλει στην αποτελεσματική διαχείριση της κατάστασης. Η θεραπεία μπορεί επίσης να δώσει χώρο για αναστοχασμό, να βοηθήσει το άτομο να ξαναβρεί την εσωτερική του ισορροπία και να αποτελέσει αφετηρία για προσωπική αναζήτηση και εξέλιξη, μια ευκαιρία να χτιστεί μια νέα ζωή με περισσότερη αυτογνωσία, ασφάλεια και ελπίδα.

 

1.5 Μοιχεία, προδοσίες & τραύματα προσκόλλησης

Τι είναι

Στις μακροχρόνιες σχέσεις είναι δύσκολο, και σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτο, να μην υπάρξουν «παραβιάσεις κανόνων» και υποσχέσεων. Ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, κάποια στιγμή  μπορεί να προκαλέσει κανείς πόνο ή απογοήτευση στο/ στη σύντροφό του, (Grøntvedt et al., 2020). Κάποιες παραβάσεις μπορεί να είναι αμελητέες και να συγχωρούνται εύκολα παρά τη δυσαρέσκεια ή την ενόχληση που προκαλούν, όπως για παράδειγμα μια καθυστέρηση σε ένα ραντεβού. Άλλες, ωστόσο, μπορεί να είναι πιο σοβαρές, να έχουν έντονες αρνητικές επιδράσεις στη σχέση και να είναι πολύ πιο δύσκολο να ξεπεραστούν, ειδικά όταν αφορούν περιπτώσεις προδοσίας της εμπιστοσύνης, όπως η απιστία ή το ψέμα σε οικονομικά ζητήματα.

Η απιστία, είτε συναισθηματική είτε σεξουαλική, αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους χωρισμού ή διαζυγίου, και μάλιστα είναι ο πιο συχνός λόγος που τα ζευγάρια αναφέρουν όταν εξηγούν γιατί χώρισαν. Για πολλούς ανθρώπους είναι η απόλυτη προδοσία. Απιστία δεν εκλαμβάνεται μόνο η σεξουαλική επαφή με κάποιον άλλον, ακόμη και ένα κρυφό μήνυμα, μια συνάντηση για καφέ ή οποιαδήποτε μυστική επαφή μπορεί να προκαλέσει βαθιά ρήξη στην εμπιστοσύνη. Παρόλα αυτά, δεν σημαίνει ότι κάθε απιστία οδηγεί αναγκαστικά στο τέλος μιας σχέσης. Κάποια ζευγάρια βρίσκουν τρόπους να επεξεργαστούν την εμπειρία, να συγχωρήσουν και να συνεχίσουν μαζί. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να κατανοήσουμε καλύτερα πώς λειτουργεί η συγχώρεση μετά από μια σοβαρή προδοσία (Grøntvedt et al., 2020).

Η απιστία έχει βαθιές επιπτώσεις όχι μόνο στη σχέση αλλά και στην ψυχική υγεία. Μπορεί να προκαλέσει συναισθηματικές και ψυχολογικές συνέπειες, όπως για παράδειγμα, έντονη συναισθηματική αναστάτωση και αίσθηση κατάρρευσης, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση και ενοχές στον άπιστο σύντροφο. Η αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης διαταράσσονται, οδηγώντας σε άγχος, σύγχυση ή άλλα συμπτώματα που μοιάζουν με τραύμα. Το άτομο μπορεί να έχει αμφιβολίες για το αν μπορεί να σωθεί η σχέση ή έχει τελειώσει και να βρίσκεται σε δίλημμα για το πώς θα μιλήσει σε φίλους, οικογένεια και παιδιά, αν υπάρχουν και να έρχεται αντιμέτωπο με δύσκολες αποφάσεις όπως το να παραμείνει ή να αποχωρήσει από τη σχέση, και αν υπάρχει τρόπος να δημιουργηθεί νέα σχέση εμπιστοσύνης ή πρόκειται για οριστικό τέλος.

Μετά την αποκάλυψη μιας απιστίας, ο/η πληγωμένος σύντροφος (και μερικές φορές και οι δύο) μπορεί να βιώσει/ουν αντιδράσεις που μοιάζουν με τραύμα παρόμοιο με μετατραυματικό στρες (PTSD), όπως υπερεπαγρύπνηση, συνεχή φόβο και αναζήτηση «αποδείξεων», αναδρομές και έντονες εικόνες αλλά και αίσθηση ότι βρίσκεται/ονται σε μόνιμη κατάσταση συναγερμού.Για να ανακουφίσουν αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα, μερικοί στρέφονται σε ανθυγιεινούς τρόπους αντιμετώπισης, όπως το υπερβολικό αλκοόλ, η χρήση ουσιών ή οι επικίνδυνες συμπεριφορές (Rokach & Chan.,2023).

Η θεωρία της προσκόλλησης αποτελεί βασικό πλαίσιο για την κατανόηση των ερωτικών σχέσεων, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ιστορικό παιδικού τραύματος. Πλέον γνωρίζουμε πως το παιδικό τραύμα επηρεάζει την προσκόλληση και την ικανοποίηση από τις ερωτικές σχέσεις στην ενήλικη ζωή ενώ οι πρώιμες αρνητικές εμπειρίες, όπως η συναισθηματική κακοποίηση ή παραμέληση, καθώς και άλλες δυσμενείς εμπειρίες παιδικής ηλικίας (Adverse Childhood Experiences; ACEs), μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο που συνδεόμαστε ως ενήλικες. Αυτές οι εμπειρίες μπορούν να διαταράξουν την ανάπτυξη της προσκόλλησης και να οδηγήσουν σε ανασφαλή στυλ (αγχώδη ή αποφευκτικά), τα οποία επηρεάζουν την ποιότητα των σχέσεων στην ενήλικη ζωή (π.χ Mutum & Bhambri, 2024; Bock, 2025).

Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία:

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά σε αυτή τη διαδικασία. Μπορεί να συμβάλλει στην επαναπλαισιώση δυσλειτουργικών πεποιθήσεων όπως «δεν είμαι αγαπητός/ή» ή «οι άνθρωποι πάντα με εγκαταλείπουν», να βοηθήσει στη ρύθμιση και στη σωστή διαχείριση συναισθηματικών αντιδράσεων αλλά και στο να υποστηρίξει το άτομο να βρει ισορροπία ανάμεσα στις προσωπικές του ανάγκες και τις ανάγκες της σχέσης.  Μέσα στη θεραπεία το άτομο μπορεί να επεξεργαστεί την τραυματική εμπειρία, τον πόνο και τα δύσκολα συναισθήματα, όπως η ενοχή και η ντροπή, και να τα διαχειριστεί/ ή να τα αποδεχθεί.

Η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να κατανοήσει το πώς και γιατί συνέβη η απιστία, να επανεξετάσει προβλήματα που μπορεί να προϋπήρχαν και να αποφασίσει αν η σχέση μπορεί να αποκατασταθεί ή αν χρειάζεται να ολοκληρωθεί. Παράλληλα, η ψυχοθεραπεία δημιουργεί μια εσωτερική αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης στις σχέσεις, αντισταθμίζοντας το μήνυμα του τραύματος ότι «οι σχέσεις είναι επικίνδυνες». Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία το άτομο μπορεί να αναγνωρίσει το στυλ προσκόλλησης του, να εξετάσει πως πιθανά παρελθοντικά τραύματα επηρεάζουν τις σημερινές σχέσεις και να μειώσει την επίδραση τους στο παρόν. Τελικά, η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, να επικοινωνεί πιο καθαρά τις ανάγκες του, να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και την αυτοσυμπόνια του, να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να κατανοήσει βαθύτερα το είδος της σχέσης που θέλει να χτίσει στο μέλλον.

 

Ξεκινήστε σήμερα!

Προγραμματίστε την επόμενη συνεδρία σας.
bt_bb_section_top_section_coverage_image
bt_bb_section_bottom_section_coverage_image
Τι συμβαίνει μετά την αρχική σας επικοινωνία;

Μετά την πρώτη σας επικοινωνία μαζί μας, θα κανονίσουμε μια αρχική συμβουλευτική κλήση διάρκειας 30 λεπτών για να κατανοήσουμε καλύτερα το αίτημά σας, τις ανάγκες και τους θεραπευτικούς σας στόχους. Εφόσον επιθυμείτε να προχωρήσουμε, θα προγραμματίσουμε την πρώτη πλήρη συνεδρία σας.

Πόση διάρκεια έχουν οι συνεδρίες;

Οι συνεδρίες ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής διαρκούν 50 λεπτά, σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές. Εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, απαιτείται εβδομαδιαία παρουσία ώστε να αποκομίσετε τα μέγιστα οφέλη από τη θεραπεία, προσφέροντας δομή και συνέπεια στη θεραπευτική διαδικασία.

Πού βρίσκεται το γραφείο σας;

Το ιδιωτικό γραφείο βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο, λεωφορείο ή μετρό. Εάν δεν μπορείτε να παρευρεθείτε αυτοπροσώπως, προσφέρονται και διαδικτυακές υπηρεσίες ψυχικής υγείας.

Πόσες συνεδρίες θα χρειαστώ;

Η θεραπεία δεν είναι μια διαδικασία «μιας λύσης για όλους». Ο αριθμός των συνεδριών διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες, στόχους και ανάγκες σας. Μετά την αρχική συμβουλευτική κλήση και εφόσον αποφασίσετε να προχωρήσουμε, συνήθως προτείνεται να ξεκινήσετε με έξι συνεδρίες. Πολλοί πελάτες επιλέγουν να συνεχίσουν με θεραπεία ανοιχτής διάρκειας για βαθύτερη διερεύνηση και βιώσιμη πρόοδο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πραγματοποιείται ανασκόπηση κάθε 6–7 συνεδρίες.

Ποια θεραπευτική προσέγγιση χρησιμοποιείτε;

Η προσέγγιση βασίζεται στις δικές σας ανάγκες και στόχους. Αντλώ από διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως η προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία, οι ψυχοδυναμικές/ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT), θεραπείες βασισμένες στη mindfulness και άλλες. Εάν έχετε απορίες, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε.

Τι να περιμένω στην πρώτη συνεδρία;

Η πρώτη πλήρης συνεδρία είναι μια ευκαιρία να ξεκινήσουμε τη δημιουργία της θεραπευτικής σχέσης, να διερευνήσουμε τι σας έφερε στη θεραπεία, ποιοι είναι οι στόχοι σας και να απαντήσουμε σε αρχικές ερωτήσεις. Είναι ένας συνεργατικός και υποστηρικτικός χώρος γνωριμίας.

Δουλεύετε με παιδιά ή εφήβους;

Βλέπω μόνο εφήβους (π.χ., 16 ετών και άνω). Δυστυχώς, δεν εργάζομαι με παιδιά στο ιδιωτικό μου γραφείο.

Σε ποιες γλώσσες προσφέρονται οι συνεδρίες;

Οι συνεδρίες πραγματοποιούνται στα ελληνικά και στα αγγλικά, είτε δια ζώσης είτε διαδικτυακά. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη γλώσσα με την οποία νιώθετε πιο άνετα.

Μπορώ να αλλάξω σε διαδικτυακές συνεδρίες αν χρειαστεί;

Ναι. Πολλοί πελάτες συνδυάζουν δια ζώσης και διαδικτυακές συνεδρίες ανάλογα με το πρόγραμμά τους ή την άνεσή τους. Η ευελιξία αποτελεί βασικό μέρος της υποστήριξης.