

Παράλληλα, παρέχεται εξειδικευμένη ψυχολογική υποστήριξη σε ευπαθείς ομάδες, με στόχο την ενδυνάμωση, την ανακούφιση και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής σε περιόδους που η καθημερινότητα μπορεί να γίνεται ιδιαίτερα απαιτητική.
1.1 Άτομα που ζουν με χρόνιο πόνο
1.2 Άτομα τρίτης ηλικίας
1.3 ΛΟΑΤΚΙ+
1.4 Άτομα που έχουν υποστεί βία/ ενδοοικογενειακή βία/ κακοποίηση
1.5 Ομογενείς, οικονομικοί μετανάστες και άτομα με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες
1.6 Μονογονεϊκές οικογένειες
1.7 Άτομα με διατροφικές διαταραχές
Ο χρόνιος πόνος είναι μια σύνθετη και πολύπλοκη εμπειρία, που δεν έχει μία μόνο εξήγηση ή αιτία. Μπορεί να επηρεάσει κάθε άνθρωπο διαφορετικά και να συνδέεται τόσο με το σώμα όσο και με τον εγκέφαλο, με τρόπους που δεν κατανοούμε πάντα πλήρως. Ο πόνος μπορεί να είναι απρόβλεπτος και να επηρεάζει την ποιότητα ζωής, τις σχέσεις, την εργασία και την κοινωνική ζωή.
Σύμφωνα με το NHS, χρόνιος πόνος ορίζεται ο πόνος που συνεχίζεται για πάνω από 12 εβδομάδες, ακόμη και μετά από τη φαρμακευτική αγωγή ή τη θεραπεία. Άλλοι τον περιγράφουν ως πόνο που διαρκεί πολύ περισσότερο από την αναμενόμενη περίοδο ανάρρωσης. Μπορεί να οφείλεται σε νευρική βλάβη, υπερδραστήριο νευρικό σύστημα, ή σε καταστάσεις όπως η ινομυαλγία, η ενδομητρίωση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ελκώδης κολίτιδα ή οι τραυματισμοί στη σπονδυλική στήλη. Εμφανίζεται επίσης σε χρόνιες, δύσκολα κατανοητές παθήσεις όπως το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης (Μυαλγική Εγκεφαλομυελίτιδα), αλλά και ως παρενέργεια ιατρικών επεμβάσεων ή ασθενειών (π.χ. νευροπάθεια από διαβήτη). Οι άνθρωποι περιγράφουν τον πόνο με πολλούς τρόπους: κάψιμο, σφίξιμο, αιφνίδιες «βολές», δυσκαμψία, τσιμπήματα ή έναν βαθύ, εξαντλητικό πόνο που κουράζει ολόκληρο το σώμα.
Μερικά Συνηθισμένα Παραδείγματα Χρόνιου Πόνου είναι
Ακόμη και όταν δεν υπάρχει σαφής ιατρική εξήγηση, αυτό δε σημαίνει πως ο χρόνιος πόνος δεν είναι πραγματικός ή δεν έχει σωματικές και ψυχολογικές επιπτώσεις. Συχνά ο χρόνιος πόνος μπορεί να οδηγεί σε γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, καταθλιπτική διαταραχή, κόπωση ή αίσθημα υπερβολικής κούρασης, αϋπνία ή δυσκολία στον ύπνο, ευερεθιστότητα ή εναλλαγές στη διάθεση. Σε αντίθεση με τον οξύ πόνο που συνήθως θεραπεύεται, ο χρόνιος πόνος μπορεί να επιμείνει και να επηρεάσει κάθε πτυχή της ζωής, σωματική, συναισθηματική, κοινωνική και οικονομική. Η ζωή μπορεί να γίνει αγχωτική, τρομακτική και μοναχική. Συχνά οδηγεί σε άγχος, κατάθλιψη και έντονη κόπωση, που επηρεάζουν την κινητικότητα, την παραγωγικότητα και την αυτοεικόνα. Η έλλειψη κατανόησης από το περιβάλλον ή η αμφισβήτηση του πόνου (“είναι ψυχοσωματικό”) μπορεί να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την εμπειρία. Για αυτούς τους λόγους η ψυχολογική υποστήριξη, τόσο από αγαπημένους αλλά και επαγγελματίες είναι ζωτικής σημασίας.
Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό στήριγμα. Προσφέρουν έναν ασφαλή χώρο όπου το άτομο μπορεί να μιλήσει ανοιχτά, χωρίς φόβο για κριτική, να νιώσει ότι το βλέπουν και το πιστεύουν, και να αναπτύξει τρόπους αντιμετώπισης που ενισχύουν την αυτονομία και την ποιότητα ζωής. Το να σε βλέπουν, να σε πιστεύουν και να σε στηρίζουν είναι καθοριστικό για να βρεις αποδοχή και να αναπτύξεις τρόπους αντιμετώπισης. Η αυτοφροντίδα και η ενεργή συμμετοχή στις αποφάσεις γύρω από τη ζωή και τη θεραπευτική αντιμετώπιση είναι βασικά στοιχεία για να νιώσει το άτομο ισορροπία και δύναμη.
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι που η θεραπεία που μπορεί να βοηθήσει. Ανάλογα με τις ανάγκες και τους στόχους κάθε ατόμου, η θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην αποδοχή των σκέψεων και των συναισθημάτων, στην καλλιέργεια συμπόνιας απέναντι στον εσωτερικό κριτή και στην αλλαγή δυσλειτουργικών μοτίβων σκέψης και αντικατάσταση με πιο πρακτικούς τρόπους αντιμετώπισης. Στην θεραπεία, χρησιμοποιούνται διάφορες προσεγγίσεις και τεχνικές για να βοηθήσουν τα άτομα με χρόνιο πόνο να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής τους, να ξαναβρούν το αίσθημα σκοπού και να ενισχύσουν τις λειτουργικές τους ικανότητες. Η ολιστική θεραπεία συνδυάζει διαφορετικές προσεγγίσεις, όπως η ενσυνειδητότητα και ο σωστός ρυθμός που βοηθούν το άτομο να μείνει στο παρόν και να διαχειριστεί τον πόνο πιο αποτελεσματικά. Ο βασικός στόχος της θεραπείας είναι η βελτίωση της λειτουργικότητας και της ποιότητας ζωής, όχι απαραίτητα η εξάλειψη του πόνου. Στη θεραπεία το άτομο μπορεί να επεξεργαστεί θέματα, όπως η αποδοχή και η απώλεια, να λάβει υποστήριξη μέσω εκπαίδευσης και να αναπτύξει δεξιοτήτες σε τομείς όπως η χαλάρωση, η ενσυνειδητότητα, η επίλυση προβλημάτων, ο καθορισμός στόχων, ο ύπνος, η αποφασιστικότητα και η προσαρμοστική σκέψη.
Η ψυχική υγεία των μεγαλύτερων ανθρώπων συχνά παραβλέπεται, παρότι αποτελεί κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας. Χάρη στις προόδους της ιατρικής και των επιστημών υγείας, ζούμε πλέον περισσότερο από τους γονείς και τους παππούδες μας, αλλά οι προσδοκίες για τη ζωή στα μεγαλύτερα χρόνια εξακολουθούν να παραμένουν χαμηλές. Συχνά, συνδέουμε τη γήρανση με απώλειες, μελαγχολία και κατάθλιψη, ενώ στην πραγματικότητα οι άνθρωποι της τρίτης ηλικίας συνεχίζουν να συμβάλλουν ενεργά στην κοινωνία. Παρά την κοινή αντίληψη ότι οι ηλικιωμένοι αποτελούν «βάρος», στην πραγματικότητα συνεχίζουν να προσφέρουν μέσα από την εργασία, τη φροντίδα παιδιών, τον εθελοντισμό και τη συμμετοχή σε κοινότητες, αν και με την πάροδο του χρόνου αντιμετωπίζουν αυξανόμενες αναπηρίες και ψυχικές δυσκολίες.
Καθώς όμως μεγαλώνουμε, ερχόμαστε αντιμέτωποι με γεγονότα και αλλαγές που δοκιμάζουν την αντοχή μας και μπορεί να δημιουργήσουν σύγχυση ή συναισθηματική επιβάρυνση. Η μοναξιά, η κοινωνική απομόνωση και η κακοποίηση, που επηρεάζουν περίπου έναν στους έξι ηλικιωμένους, αποτελούν βασικούς παράγοντες κινδύνου. Οι συνέπειες περιλαμβάνουν σοβαρή ψυχική επιβάρυνση, μειωμένη λειτουργικότητα και αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας (WHO, 2025). Η ψυχική υγεία των ηλικιωμένων αποτελεί κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας, καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός γερνά με ταχύ ρυθμό. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 2030, ένας στους έξι ανθρώπους θα είναι άνω των 60 ετών. Την ίδια στιγμή, περίπου το 14% των ατόμων άνω των 70 ετών ζουν με κάποια ψυχική διαταραχή, κυρίως κατάθλιψη ή άγχος. Πολλές φορές ωστόσο, η κατάθλιψη και το άγχος περνούν απαρατήρητα και μένουν χωρίς διάγνωση και φροντίδα.
Η ανάδειξη των θετικών στοιχείων της γήρανσης είναι απαραίτητη για την καταπολέμηση του ηλικιακού ρατσισμού, του στιγματισμού της ψυχικής ασθένειας και των διακρίσεων λόγω αναπηρίας. Οι ψυχικές διαταραχές είναι σημαντικοί παράγοντες αυτών των δυσκολιών, συχνά σε συννοσηρότητα με σωματικά προβλήματα (π.χ Reynolds et al.,2022). Η ανάδειξη των θετικών στοιχείων της γήρανσης είναι απαραίτητη όχι μόνο για την καταπολέμηση του ηλικιακού ρατσισμού, του στιγματισμού της ψυχικής ασθένειας και των διακρίσεων λόγω αναπηρίας, αλλά και για να προσφέρει ελπίδα στους ασθενείς και στους φροντιστές τους π.χ (Reynolds et al.,2022).
Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία μπορούν να κάνουν μεγάλη διαφορά, για παράδειγμα μπορούν να συμβάλλουν στην υγιή γήρανση και να ενισχύσουν την ευεξία, βοηθώντας τα άτομα τρίτης ηλικίας να κατανοήσουν και να νοηματοδοτήσουν τις αλλαγές που βιώνουν, να επεξεργαστούν δύσκολα γεγονότα και μεταβάσεις ζωής και παράλληλα να ενισχύσουν την ψυχική τους ανθεκτικότητα.Η εξασφάλιση πρόσβασης σε υπηρεσίες ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής για το άγχος και την κατάθλιψη, προσαρμοσμένες στις ανάγκες ηλικιωμένων, των φροντιστών αλλά και ατόμων με άνοια ή ευαλωτότητα (ακόμη και σε μονάδες φροντίδας) είναι απαραίτητες για την ψυχική υγεία και την ευημερία τους. Παρότι οι μεγαλύτεροι άνθρωποι απευθύνονται λιγότερο συχνά στη συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία, γνωρίζουμε πλέον ότι η θεραπεία μπορεί να αλλάξει ζωές σε κάθε ηλικία. Οι θεραπείες που βασίζονται στον διάλογο μπορούν να στηρίξουν την υγιή γήρανση και να χαρίσουν περισσότερη ευεξία, να μειώσουν τα συμπτώματα της κατάθλιψης και άγχους, να βελτιώσουν τη λειτουργικότητα και τις σχέσεις των ηλικιωμένων με τα άτομα που τους παρέχουν φροντίδα.
Η ψυχοθεραπεία στους ηλικιωμένους έχει αποδειχθεί αποτελεσματική και μπορεί να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην ψυχική τους υγεία και στην ποιότητα ζωής τους. Έρευνες δείχνουν ότι οι συμπεριφορικές και περιβαλλοντικές παρεμβάσεις βοηθούν άτομα με άνοια, ενώ συγκεκριμένα η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία είναι αποτελεσματική για προβλήματα/ διαταραχές ύπνου και κατάθλιψη. Η συνδυαστική προσέγγιση φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματική με τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ενώ προγράμματα εκπαίδευσης μνήμης και γνωστικής ενδυνάμωσης μπορούν να επιβραδύνουν τη γνωστική έκπτωση. Παράλληλα, τεχνικές όπως η ανασκόπηση ζωής και η ανάκληση θετικών εμπειριών μειώνουν τα συμπτώματα κατάθλιψης και ενισχύουν την ικανοποίηση από τη ζωή.
Η θεραπεία σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται προσαρμογές, όχι τόσο λόγω ηλικίας, αλλά λόγω του πλαισίου (π.χ νοσοκομεία, μονάδες φροντίδας), των γενεακών διαφορών (διαφορετικές αξίες και εμπειρίες ανά γενιά) και των ειδικών προκλήσεων της τρίτης ηλικίας (χρόνιες ασθένειες, πένθος, φροντίδα συζύγου ή συγγενών). Παρ’ όλα αυτά, η ψυχοθεραπεία στους ηλικιωμένους δεν είναι μόνο εφικτή αλλά και ιδιαίτερα ωφέλιμη, καθώς συμβάλλει στη μείωση της κατάθλιψης και του άγχους, στη βελτίωση της μνήμης, του ύπνου και της γνωστικής λειτουργίας, στην καλύτερη διαχείριση του πένθους και στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της ποιότητας ζωής (π.χ Knight, 2009).
Η ψυχική υγεία αφορά κάθε άνθρωπο και είναι υπόθεση όλων μας, ωστόσο, ζητήματα όπως η κατάθλιψη και οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές εμφανίζονται με αυξημένη συχνότητα στα άτομα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, κυρίως ως συνέπεια εμπειριών διακρίσεων, εκφοβισμού, κοινωνικής απομόνωσης και απόρριψης. Πολλά μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας συχνά αντιμετωπίζουν προκλήσεις όπως κοινωνικό στίγμα, οικογενειακή απόρριψη, βία και παρενόχληση, που επηρεάζουν την ψυχική τους υγεία και οδηγούν σε υψηλότερα ποσοστά άγχους, κατάθλιψης και κοινωνικής απομόνωσης. Παράγοντες όπως η ηλικία, η θρησκεία, ο τόπος διαμονής και η εθνικότητα μπορούν να κάνουν την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη.
Σύμφωνα με την Έκθεση του Trevor Project (2023) για την ψυχική υγεία των ΛΟΑΤΚΙ+ νέων, τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Το 41% ανέφερε ότι σκέφτηκε σοβαρά την αυτοκτονία μέσα στον τελευταίο χρόνο, με ακόμη υψηλότερα ποσοστά μεταξύ τρανς, μη-δυαδικών και BIPOC (Black, Indigenous and People of Colour) ατόμων. Παράλληλα, το 65% εμφάνισε συμπτώματα άγχους και πάνω από τους μισούς εμφάνισαν κατάθλιψη. Σημαντικό είναι ότι οι κίνδυνοι αυτοί δεν προέρχονται από την ίδια την ταυτότητα ή τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά από το στίγμα, την κακομεταχείριση και την πολιτική εχθρότητα, με το 90% των νέων να δηλώνει ότι η ευημερία του έχει επηρεαστεί αρνητικά. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για υποστηρικτικές υπηρεσίες, ασφαλή περιβάλλοντα και πολιτικές που προάγουν την αποδοχή, ώστε να προστατευθεί η ψυχική υγεία και η ζωή των ΛΟΑΤΚΙ+ νέων.
Κανείς δεν χρειάζεται να υποφέρει μόνος του. Όταν εμφανίζονται δυσκολίες, η έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας είναι ουσιαστική, ανεξάρτητα από το μέγεθος του προβλήματος. Ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ένα άτομο μπορεί να ωφεληθεί από υποστήριξη είναι η έντονη κόπωση, τα προβλήματα ύπνου, το άγχος ή η παρατεταμένη θλίψη, η απομόνωση, η απώλεια ενδιαφέροντος, η χρήση ουσιών για ρύθμιση συναισθημάτων, καθώς και ο αυτοτραυματισμός ή οι σκέψεις αυτοκτονίας.
Η κατανόηση των ανησυχιών των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και η ανάπτυξη θεραπευτικών περιβαλλόντων που είναι επιβεβαιωτικά και συμπεριληπτικά αποτελούν κρίσιμα βήματα για την ενίσχυση της ψυχικής υγείας. Οι καλές πρακτικές και τα μοντέλα που παρουσιάζονται δείχνουν ότι η ασφάλεια, η αποδοχή και η πρόσβαση σε εξειδικευμένη φροντίδα μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά στην ευημερία αυτής της κοινότητας (π.χ APA, 2011).
Η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί επίσης να είναι σημαντική για άτομα που βιώνουν διακρίσεις στην εργασία, στο σχολείο ή στην οικογένεια, καθώς και για όσους έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες λόγω της ταυτότητάς τους. Η θεραπευτική σχέση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας σταθερός και ασφαλής χώρος όπου το άτομο μπορεί να μιλήσει ανοιχτά, χωρίς φόβο ή κριτική, και να επεξεργαστεί δύσκολες εμπειρίες και συναισθήματα και να αρχίσει να χτίζει μια ζωή που αντανακλά τις αξίες και τις ανάγκες του.
Η ψυχοθεραπεία και να βοηθήσει ουσιαστικά σε δυσκολίες όπως η αποδοχή του σεξουαλικού προσανατολισμού και η διαδικασία αποδοχής της ταυτότητας φύλου, η αντιμετώπιση αντιδράσεων τρίτων (π.χ κοινωνικού ή οικογενειακού περιβάλλοντος), η δυσφορία φύλου, η διαδικασία επαναπροσδιορισμού, η αντιμετώπιση της εσωτερικευμένης ομοφοβίας, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η κατάθλιψη, οι αυτοκτονικές σκέψεις καθώς και η εμπειρία βίας και απόρριψης και δυσκολιών στις σχέσεις. Η προσέγγιση είναι ολιστική και προσαρμοσμένη στις μοναδικές ανάγκες κάθε ατόμου, με στόχο την ενδυνάμωση, την ψυχική ευημερία και τη δημιουργία μιας ζωής με νόημα και ικανοποίηση. Η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να κάνει τη διαφορά, προσφέροντας έναν ασφαλή χώρο κατανόησης, αποδοχής και ουσιαστικής ενδυνάμωσης.
Οι σχέσεις έχουν σκοπό να εμπλουτίζουν τη ζωή μας και να μας προσφέρουν ασφάλεια, στήριξη και χαρά. Κάποιες φορές, ωστόσο, μπορεί να αποκτήσουν μια σκοτεινή πλευρά που μένει αθέατη ή δεν αντιμετωπίζεται εύκολα. Η κακοποίηση μπορεί να πάρει πολλές μορφές, για παράδειγμα μπορεί να είναι σωματική, σεξουαλική, συναισθηματική, οικονομική ή ενδοοικογενειακή και έχει πάντα ως αποτέλεσμα να προκαλέσει σωματικό ή/ και ψυχικό πόνο. Μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε, σε οποιονδήποτε, ανεξάρτητα από φύλο, ηλικία, κοινωνικό περιβάλλον ή σχέση με τον θύτη, σε οποιοδήποτε περιβάλλον, από άτομα της οικογένειας, συντρόφους, γνωστούς ή ακόμη και αγνώστους, τόσο στην καθημερινή ζωή όσο και διαδικτυακά/ online.
Η συναισθηματική κακοποίηση αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο συμπεριφορών που κάνει το άτομο να νιώθει άσχημα για τον εαυτό του και μπορεί να περιλαμβάνει απομόνωση, εξευτελισμό, εκφοβισμό, απειλές, συνεχή κριτική ή υποτίμηση. Πρόκειται για μια μορφή ψυχικής πίεσης που φθείρει σταδιακά το θύμα, το κάνει να αμφισβητεί τον εαυτό του και την αξία του και να αρνείται τις ανάγκες του. Συχνά είναι δύσκολο να αναγνωριστεί και να αντιμετωπιστεί, γι’ αυτό είναι σημαντικό τα άτομα που την βιώνουν να γνωρίζουν ότι υπάρχουν ασφαλή περιβάλλοντα, όπου μπορούν να μιλήσουν χωρίς φόβο και χωρίς κριτική και να πάρουν βοήθεια.
Η σεξουαλική κακοποίηση αφορά οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη που το άτομο δεν θέλει, δεν συμφωνεί ή δεν κατανοεί. Συχνά περιλαμβάνει χρήση βίας, απειλών ή εκμετάλλευση της αδυναμίας του θύματος να δώσει συναίνεση. Ο δράστης μπορεί να είναι σύντροφος, μέλος της οικογένειας, γνωστός ή άγνωστος.
Η σωματική κακοποίηση περιλαμβάνει την εσκεμμένη πρόκληση βλάβης ή τραυματισμού όπως χτυπήματα, κλωτσιές, δαγκώματα, γρατζουνιές, τράβηγμα μαλλιών, πέταγμα αντικειμένων ή ακόμη και εγκαύματα. Η ενδοοικογενειακή κακοποίηση συνδυάζει συχνά σωματική, συναισθηματική και σεξουαλική βία μέσα σε μια σχέση ζευγαριού ή μεταξύ μελών της οικογένειας, όπως αδέλφια ή γονείς με παιδιά. Μπορεί να συμβεί σε οποιοδήποτε ζευγάρι, ανεξαρτήτως φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, και ο θύτης μπορεί να είναι σύζυγος, πρώην σύντροφος ή άτομο με το οποίο υπάρχει σχέση. Οι συνέπειες που έχει είναι σοβαρές τόσο για τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία, ενώ επηρεάζουν βαθιά και τα παιδιά που τη βιώνουν ή την παρακολουθούν. Μπορεί τα άμεσα αποτελέσματα να μην είναι σοβαρά, αλλά οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, άγχος, κατάθλιψη και χρήση ουσιών ως μηχανισμούς αντιμετώπισης.
Τα στατιστικά δείχνουν ότι η βία στις σχέσεις είναι πολύ πιο συχνή από όσο πιστεύουμε. Στις ΗΠΑ, μία στις τέσσερις γυναίκες και ένας στους εννέα άνδρες έχουν αναφέρει ότι έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία ή καταδίωξη στη διάρκεια της ζωής τους. Τα πραγματικά ποσοστά ωστόσο είναι άγνωστα, καθώς πολλοί φοβούνται να μιλήσουν ή να καταγγείλουν. Πολλοί άνθρωποι δεν μιλούν από φόβο, ντροπή ή αίσθηση ευθύνης. Ακόμη όμως και ένα μόνο περιστατικό βίας μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις και δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται.
Η βία δεν είναι μόνο σωματική. Μπορεί να πάρει πολλές μορφές και συχνά εξελίσσεται σταδιακά, κάνοντας δύσκολη την αναγνώρισή της. Η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους και μπορεί να περιλαμβάνει:
Η αναγνώριση και η κατανόηση αυτών των μορφών βίας είναι το πρώτο κρίσιμο βήμα για την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση, την προστασία και την παροχή υποστήριξης στα θύματα. Σύμφωνα με την APA, περίπου το 20% των επιζώντων αναπτύσσουν ψυχικές διαταραχές όπως κατάθλιψη, αγχώδη διαταραχή, μετατραυματικό στρες ή εξάρτηση από ουσίες. Η χρόνια κακοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε αυτομομφή, αυτοκαταστροφικές σκέψεις και δυσκολία στις μελλοντικές σχέσεις. Τα παιδιά που βιώνουν ή παρακολουθούν βία επηρεάζονται βαθιά και εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο ψυχικών δυσκολιών, χαμηλότερη σχολική επίδοση και μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπαράγουν του κύκλο βίας στην ενήλικη ζωή. Η κοινωνική υποστήριξη από οικογένεια, φίλους και κοινότητα είναι καθοριστική για την ανάρρωση, όμως οι θύτες συχνά απομονώνουν τα θύματα για να διατηρήσουν τον έλεγχο.
Είναι ζωτικής σημασίας να αναγνωρίζουμε τα σημάδια της βίας. Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι αν νιώθετε ανασφάλεια στη σχέση σας, δεν φταίτε εσείς. Η αναζήτηση βοήθειας είναι το πρώτο και πιο ουσιαστικό βήμα. Η επικοινωνία με ένα έμπιστο πρόσωπο εκτός σπιτιού, ή με κέντρο πρόληψης ενδοοικογενειακής βίας ή ξενώνα φιλοξενίας μπορεί να είναι καθοριστική. Αν βρίσκεστε σε άμεσο κίνδυνο, η επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές είναι απαραίτητη. Να έχετε υπόψη ότι πολλές φορές οι κακοποιητικοί σύντροφοι παρακολουθούν τηλεφωνικές κλήσεις και διαδικτυακή δραστηριότητα, γι’ αυτό είναι σημαντικό να γνωρίζετε πού βρίσκονται τα απαραίτητα έγγραφα και αντικείμενα σε περίπτωση που χρειαστεί να φύγετε γρήγορα.
Η ψυχοθεραπεία και η συμβουλευτική προσφέρουν έναν ασφαλή χώρο όπου τα άτομα μπορούν να μιλήσουν χωρίς φόβο ή κριτική, να επεξεργαστούν τις εμπειρίες και τα συναισθήματά τους και να αποκαταστήσουν την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση ασφάλειας. Η πορεία προς την «αποκατάσταση» μπορεί να είναι δύσκολη και συχνά συνοδεύεται από συναισθήματα απώλειας, πένθους και μοναξιάς, ενώ απαιτεί χρόνο, υπομονή και αυτοφροντίδα. Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, είναι δυνατό να ενισχυθούν οι ψυχικές αντοχές, να αποκατασταθεί το αίσθημα ασφάλειας και να υποστηριχθεί η σταδιακή επανασύνδεση με τον εαυτό και τους άλλους.
Η ψυχολογική υποστήριξη αποτελεί καθοριστικό βήμα για την αποκατάσταση της ευημερίας και την οικοδόμηση μιας ασφαλούς και υγιούς ζωής μετά την κακοποίηση. Ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε ατόμου παρέχεται εξατομικευμένη υποστήριξη με σεβασμό στο βίωμα και τις επιπτώσεις του και στόχο να ξεκινήσει μια πορεία αποκατάστασης και ενδυνάμωσης, με επίκεντρο την ασφάλεια, την ψυχική ευημερία και τη δυνατότητα για μια ζωή με μεγαλύτερη σταθερότητα και νόημα. Μέσα από την εξειδικευμένη ψυχολογική υποστήριξη τα άτομα συχνά καταφέρνουν να δημιουργήσουν νέα δίκτυα υποστήριξης, η να επανασυνδεθούν με φίλους και οικογένεια, να συμμετέχουν σε δημιουργικές ή χαλαρωτικές δραστηριότητες και να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση και την ανθεκτικότητα. Με την κατάλληλη στήριξη, πολλοί επιζώντες βρίσκουν ασφάλεια και καταφέρνουν να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις με ασφάλεια και σεβασμό.
Στη σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία, οι άνθρωποι συχνά χρειάζονται βοήθεια για να προσαρμοστούν τόσο στη δική τους κουλτούρα όσο και και σε εκείνη της χώρας ή του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν. Οι προσωπικές, οικογενειακές ή επαγγελματικές σχέσεις ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια μπορεί να δημιουργήσουν πίεση, σύγχυση και δυσκολία στη διατήρηση της ταυτότητας και των αξιών. Συχνά αυτά τα βιώματα συνοδεύονται από συναισθήματα θυμού, άγχους, απομόνωσης, χαμηλής αυτοεκτίμησης ή αίσθησης ότι «είμαστε διαφορετικοί» και δε μπορούμε «να ταιριάξουμε».
Η μετακίνηση/ μετανάστευση σε μια νέα χώρα μπορεί να είναι μια συναρπαστική αλλά ταυτόχρονα απαιτητική εμπειρία, ακόμη κι όταν συνοδεύονται από επαγγελματικές ευκαιρίες. Έρευνες δείχνουν ότι η προσαρμογή σε μια νέα χώρα/ στο εξωτερικό μπορεί να αποτελεί πρόκληση και συχνά συνοδεύεται από κοινωνική απομόνωση, αλλαγές στην ταυτότητά τους, πολιτισμικές προσαρμογές, επαγγελματικό άγχος, μοναξιά και νοσταλγία για την πατρίδα, στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την υγεία, την ψυχική υγεία και την απόδοση στην εργασία (Hack- Polay, 2020). Η νοσταλγία της πατρίδας έχει σχετιστεί με σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, την απόδοση και τη δέσμευση των εργαζομένων που ζουν στο εξωτερικό (ππ.χ Hack- Polay, 2020). Οι συμμετέχοντες σε έρευνες αναφέρουν συμπτώματα όπως ευερεθιστότητα, θλίψη, έλλειψη συνεργασίας και δυσκολία ανάληψης πρωτοβουλιών, τα οποία συνδέονται με το άγχος της προσαρμογής. Αντίθετα, η δυνατότητα επικοινωνίας σε περισσότερες γλώσσες φαίνεται να λειτουργεί προστατευτικά, διευκολύνοντας τη δημιουργία σχέσεων καθώς όσοι μιλούσαν περισσότερες γλώσσες φαίνεται πως είχαν πλεονέκτημα, καθώς μπορούσαν να δημιουργήσουν πιο εύκολα σχέσεις με άτομα διαφορετικών εθνικοτήτων.
Η συμβουλευτική για άτομα που ζουν στο εξωτερικό (expat counselling) αποτελεί μια εξειδικευμένη μορφή ψυχολογικής υποστήριξης που προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για να συζητηθούν οι ψυχολογικές, κοινωνικές και συναισθηματικές προκλήσεις της ζωής σε μια ξένη χώρα. Έχοντας γνώση των διαπολιτισμικών εμπειριών και ευαισθησία στη διαφορετικότητα, η θεραπευτική διαδικασία μπορεί να στηρίξει ουσιαστικά την προσαρμογή, την ψυχική ανθεκτικότητα και την προσωπική ανάπτυξη βοηθώντας τους ανθρώπους να ευδοκιμήσουν στο νέο τους περιβάλλον, παρότι μπορεί να είναι μακριά από οικογένεια και φίλους.
Η συμβουλευτική μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά, προσφέροντας στήριξη στην πολιτισμική προσαρμογή και στη διαχείριση του πολιτισμικού σοκ, ενισχύοντας την ψυχική ανθεκτικότητα απέναντι σε μοναξιά, άγχος ή κατάθλιψη, ενώ παράλληλα παρέχει βοήθεια σε οικογενειακά ζητήματα και σχέσεις με έμφαση στην επικοινωνία και την ανατροφή παιδιών σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Παράλληλα, μπορεί να προσφέρει στήριξη τους επαγγελματίες που αντιμετωπίζουν νέες συνθήκες εργασίας και προκλήσεις καριέρας, και να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για την εξερεύνηση της ταυτότητας και των αξιών τους μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό πλαίσιο.
Οι οικογένειες με έναν γονέα (μονογονεϊκές ) αποτελούν πλέον μια συχνή πραγματικότητα, ίσως και πιο συχνή από το παραδοσιακό «πυρηνικό» μοντέλο με μητέρα, πατέρα και παιδιά. Μπορεί να ξεκινούν έτσι είτε να προκύπτουν μετά από διαζύγιο, θάνατο ή άλλες σημαντικές αλλαγές ζωής. Ο μονογονεϊκός ρόλος μπορεί να είναι ιδιαίτερα απαιτητικός, καθώς όλες οι ευθύνες της καθημερινότητας, από τις δουλειές του σπιτιού μέχρι τη φροντίδα των παιδιών και την εργασία, συγκεντρώνονται σε ένα άτομο. Η ζωή ως μονογονέας, και ειδικά ως μητέρα, συχνά συνοδεύεται από δυσκολίες όπως έντονο άγχος, κατάθλιψη, εξάντληση, εξουθένωση, αίσθημα ότι «δεν προλαβαίνεις», οικονομικές πιέσεις, έλλειψη κοινωνικής στήριξης και περιορισμένο χρόνο για αυτοφροντίδα. Η ευθύνη της ανατροφής και της φροντίδας του παιδιού/ των παιδιών, μαζί με τις καθημερινές υποχρεώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε έντονο στρες και συναισθηματική επιβάρυνση.
Οι οικονομικές δυσκολίες είναι επίσης συχνές, καθώς σε πολλές περιπτώσεις ο ένας γονέας καλείται να καλύψει όλα τα έξοδα. Παράλληλα, οι διαφωνίες με τον άλλο γονέα γύρω από την ανατροφή ή την επιμέλεια μπορεί να είναι πηγή έντασης και να απαιτεί τη δημιουργία σαφών ορίων και σχεδίων συνεργασίας που να βοηθά να προστατευθεί η ψυχική υγεία και το καλό των παιδιών.
Η έλλειψη προσωπικού χρόνου και η μοναξιά είναι δύο ακόμη μεγάλες προκλήσεις. Η στήριξη από φίλους, οικογένεια ή ομάδες μονογονέων μπορεί να προσφέρει ανακούφιση και αίσθηση κοινότητας. Η ανάθεση μικρών ευθυνών στα παιδιά και η αποδοχή βοήθειας από άλλους είναι επίσης, τρόποι να ελαφρύνει κανείς το βάρος.
Έρευνες δείχνουν ότι η ύπαρξη ικανοποιητικών και υποστηρικτικών κοινωνικών σχέσεων συνδέεται άμεσα με καλύτερη ψυχική υγεία και ευημερία, ενώ η έλλειψή τους αυξάνει τον κίνδυνο άγχους και κατάθλιψης. Η ύπαρξη θετικών, υποστηρικτικών και συμπληρωματικών σχέσεων είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ψυχικής υγείας και της ευτυχίας. Γι’ αυτό η κοινωνική υποστήριξη πρέπει να ενισχύεται μέσα από συμβουλευτική και ψυχοεκπαιδευτικές ομάδες, ώστε οι μονογονείς μητέρες να νιώθουν ότι δεν είναι μόνες και να μπορούν να χτίσουν μια πιο ισορροπημένη και ευτυχισμένη ζωή (π.χ Muarifah et al., 2019).
Η συμβουλευτική μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια, δημιουργώντας έναν ασφαλή χώρο όπου οι γονείς μοιράζονται τις δυσκολίες τους, χωρίς κριτική ή προσδοκία «να τα καταφέρνουν και να τα ισορροπούν όλα» αλλά και τις σκέψεις, τις εμπειρίες και τα συναισθήματά τους. Μέσα από τη θεραπεία, οι μονογονείς μπορούν να μάθουν στρατηγικές αυτοφροντίδας, τόσο σωματικής, όσο και ψυχοσυναισθηματικής και κοινωνικής. Η ψυχολογική υποστήριξη μπορεί να λειτουργήσει ως σταθερό στήριγμα, βοηθώντας τους γονείς να αναγνωρίσουν το δικό τους ρόλο και τις ατομικές τους ανάγκες και να φροντίσουν τον εαυτό τους, ώστε να μπορούν να φροντίσουν και τα παιδιά τους με μεγαλύτερη ηρεμία και ασφάλεια. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα, την αυτοεκτίμηση και την ισορροπία τους.
Οι διατροφικές διαταραχές αποτελούν μια συχνά παρεξηγημένη αλλά σοβαρή κατηγορία ψυχικών διαταραχών. Δεν αφορούν απλώς τη σχέση με το φαγητό ή τον έλεγχο του βάρος. Στην πραγματικότητα, οι διατροφικές συμπεριφορές γύρω από το φαγητό είναι συχνά συμπτώματα βαθύτερων δυσκολιών, όπως το τραύμα, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η ανάγκη για έλεγχο ή η δυσκολία στη διαχείριση έντονων συναισθημάτων. Για πολλούς ανθρώπους, γίνονται τρόπος να αντιμετωπίσουν δύσκολα συναισθήματα, εσωτερικό πόνο ή να νιώσουν έλεγχο στη ζωή τους.
Οι διατροφικές διαταραχές είναι σοβαρές καταστάσεις που επηρεάζουν σοβαρά τη σωματική και ψυχική υγεία. Συνδέονται συνήθως με προβλήματα στη σκέψη γύρω από το φαγητό, το βάρος και τη σωματική εικόνα, καθώς και με ανθυγιεινές διατροφικές συμπεριφορές. Αν δεν αντιμετωπιστούν, μπορεί να γίνουν χρόνιες, να απειλήσουν τη ζωή/ την ποιότητα ζωής ή ακόμη και να οδηγήσουν σε θάνατο. Στις περισσότερες περιπτώσεις η ανάρρωση χωρίς βοήθεια είναι δύσκολη, ενώ η θεραπεία και η επαγγελματική υποστήριξη κρίνονται απαραίτητες, ειδικά τα πρώτα τρία χρόνια από την εμφάνισή τους.
Οι διατροφικές διαταραχές μπορεί να επηρεάσουν άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και δεν σχετίζονται με ματαιοδοξία ή ανάγκη για προσοχή, όπως λαθεμένα έχει επικρατήσει. Τα συμπεριφορικά συμπτώματα/ σημάδια διαφέρουν, αλλά συχνά περιλαμβάνουν έντονη ενασχόληση με το βάρος ή το σώμα, πολύ λίγο φαγητό ή παράλειψη γευμάτων, υπερφαγία ή περιορισμό τροφής, πρόκληση εμετού ή χρήση καθαρτικών, υπερβολική άσκηση ή αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων που περιλαμβάνουν φαγητό. Αυτά τα σημάδια μπορεί να συνοδεύονται και από σωματικά σημάδια, όπως για παράδειγμα αλλαγές στο βάρος και τη διάθεση, ζαλάδες, έντονη κούραση, λιποθυμίες, αίσθημα κρύου, προβλήματα ύπνου, πόνοι στο στομάχι, ξηρό δέρμα και μαλλιά, ασυνήθιστη εφίδρωση, εύθραυστα νύχια, ενώ στις γυναίκες μπορεί να οδηγήσουν και σε διακοπή περιόδου ή ακανόνιστες περιόδους.
Κύριες μορφές των διατροφικών διαταραχών είναι
Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι διατροφικές διαταραχές δεν εμφανίζονται μόνο σε άτομα με χαμηλό βάρος, πολλοί άνθρωποι που ζουν μ αυτές έχουν φυσιολογικό ή αυξημένο βάρος. Δεν αφορούν αποκλειστικά νεαρές γυναίκες, αλλά επηρεάζουν άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας και κοινότητας. Δεν είναι ζήτημα ματαιοδοξίας ή προσπάθεια αναζήτησης προσοχής, αλλά σοβαρές ψυχικές ασθένειες που δεν αποτελούν επιλογή ή φάση.
Αν και οι ακριβείς αιτίες δεν είναι γνωστές, η έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν σε μια διατροφική διαταραχή. Συχνά αυτές οι διαταραχές μπορεί να προκύπτουν από έναν σύνθετο συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Για παραδειγμα, η κληρονομικότητα παίζει ρόλο, καθώς ορισμένες διαταραχές εμφανίζονται συχνά σε οικογένειες. Η βιολογία του εγκεφάλου επίσης επηρεάζει, με χημικές ουσίες όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη να συνδέονται με συμπεριφορές γύρω από το φαγητό. Παράλληλα, τα κοινωνικά και πολιτισμικά πρότυπα, η πίεση να ανταποκριθεί κανείς σε μη ρεαλιστικά ιδανικά και η επιρροή των μέσων ενημέρωσης μπορούν να επηρεάσουν την αυτοεκτίμηση. Τέλος, οι δυσκολίες στην ψυχική υγεία συχνά οδηγούν σε ανθυγιεινές συνήθειες γύρω από το φαγητό, καθώς το άτομο προσπαθεί να αντιμετωπίσει επώδυνα συναισθήματα ή να νιώσει έλεγχο στη ζωή του.
Οι διατροφικές διαταραχές, όταν δεν αντιμετωπίζονται, μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στη σωματική υγεία. Ο περιορισμός θερμίδων, οι εμετοί ή η υπερβολική άσκηση επιβαρύνουν τον οργανισμό και μπορεί να οδηγήσουν σε καρδιακές αρρυθμίες ή ανεπάρκεια, γαστρεντερικά προβλήματα, χαμηλή πίεση, αφυδάτωση, οστεοπόρωση, βλάβες σε όργανα και στον εγκέφαλο, διακοπή της εμμήνου ρύσεως και υπογονιμότητα, εγκεφαλικό επεισόδιο, καθώς και φθορά στα δόντια.
Όταν ζεις με μια διατροφική διαταραχή, μπορεί να αισθάνεσαι ότι το φαγητό είναι εχθρός ή ότι σε βλάπτει, ότι έχεις κάνει κάτι λάθος ή ότι είναι ντροπιαστικό όταν τρως, ή ότι δεν έχεις το «σωστό» βάρος και μέγεθος σώματος. Μπορεί να πιστεύεις πως αποτυγχάνεις αν δεν τηρείς συγκεκριμένους κανόνες γύρω από το φαγητό, να φοβάσαι την αρνητική κρίση των άλλων, ή να νιώθεις ότι το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις στη ζωή σου είναι το τι και πώς τρως. Συχνά αυτό οδηγεί σε απομόνωση και αποφυγή κοινωνικών επαφών. Αυτά τα συναισθήματα δεν είναι επιλογή, πέρα από τη σωματική υγεία, μια διατροφική διαταραχή μπορεί να επηρεάζει βαθιά τη λήψη αποφάσεων, τα συναισθήματα και τη σχέση σου με τους άλλους.
Αν η σχέση σου με το φαγητό σου προκαλεί έντονη δυσφορία ή επηρεάζει την καθημερινότητά σου, είναι σημαντικό να ζητήσεις βοήθεια. Επίσης, αν εμφανίζεις συμπτώματα όπως πόνο στο στήθος, δύσπνοια ή αίσθημα καρδιακών παλμών, συχνές ζαλάδες ή λιποθυμίες, έντονο πονόλαιμο ή γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, είναι καλό να αναζητήσεις άμεση ιατρική αξιολόγηση.
Παρότι η ανάρρωση απαιτεί χρόνο, υπομονή και συνεργασία, είναι εφικτή. Με την κατάλληλη υποστήριξη, τα άτομα μπορούν να αποκαταστήσουν τη σχέση τους με το φαγητό και το σώμα τους, να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους και να επιστρέψουν σε μια ζωή με μεγαλύτερη ισορροπία και ψυχική ευεξία.
Η ψυχοθεραπεία για τις διατροφικές διαταραχές προσαρμόζεται στις ανάγκες κάθε ατόμου και μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για να εξερευνήσεις τα συναισθήματά σου, να κατανοήσεις τις αιτίες των δυσκολιών που αντιμετωπίζεις και να βρεις νέους τρόπους αντιμετώπισης τους που να μπορούν να αντικαταστήσουν το φαγητό. Για πολλούς ανθρώπους, οι διατροφικές συνήθειες είναι ο μόνος τρόπος που νιώθουν ότι έχουν έλεγχο, όμως η θεραπεία μπορεί να σε βοηθήσει να πάρεις πίσω αυτόν τον έλεγχο. Οι διατροφικές διαταραχές είναι μηχανισμοί αντιμετώπισης που ίσως προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά στην πραγματικότητα επιβαρύνουν το σώμα και την ψυχή. Η συμβουλευτική και η ψυχοθεραπεία αυξάνουν τις πιθανότητες ανάρρωσης, ενώ ενισχύουν την αυτοεκτίμηση και τη σχέση με το σώμα.
Η γνώση για το τι πραγματικά βοηθά στις διατροφικές διαταραχές είναι καθοριστική, τόσο για τους επαγγελματίες όσο και για τους ίδιους τους ανθρώπους που αναζητούν στήριξη. Σύγχρονες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι οι γνωσιακές-συμπεριφορικές προσεγγίσεις έχουν ισχυρά ερευνητικά δεδομένα αποτελεσματικότητας για διαταραχές όπως η ανορεξία, η βουλιμία και η υπερφαγία. Παρότι για ορισμένες μορφές διατροφικών δυσκολιών τα δεδομένα είναι ακόμη πιο περιορισμένα, ολοένα και περισσότερα ευρήματα υποστηρίζουν τη χρησιμότητα της θεραπείας και των προγραμμάτων αυτοβοήθειας. Το σημαντικό μήνυμα είναι ότι υπάρχουν επιλογές και ότι η βοήθεια μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες, τις δυνατότητες και τον ρυθμό του κάθε ανθρώπου (Russell et al.,2023).


Μετά την πρώτη σας επικοινωνία μαζί μας, θα κανονίσουμε μια αρχική συμβουλευτική κλήση διάρκειας 30 λεπτών για να κατανοήσουμε καλύτερα το αίτημά σας, τις ανάγκες και τους θεραπευτικούς σας στόχους. Εφόσον επιθυμείτε να προχωρήσουμε, θα προγραμματίσουμε την πρώτη πλήρη συνεδρία σας.
Οι συνεδρίες ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής διαρκούν 50 λεπτά, σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές. Εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, απαιτείται εβδομαδιαία παρουσία ώστε να αποκομίσετε τα μέγιστα οφέλη από τη θεραπεία, προσφέροντας δομή και συνέπεια στη θεραπευτική διαδικασία.
Το ιδιωτικό γραφείο βρίσκεται στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, με εύκολη πρόσβαση με αυτοκίνητο, λεωφορείο ή μετρό. Εάν δεν μπορείτε να παρευρεθείτε αυτοπροσώπως, προσφέρονται και διαδικτυακές υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Η θεραπεία δεν είναι μια διαδικασία «μιας λύσης για όλους». Ο αριθμός των συνεδριών διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες, στόχους και ανάγκες σας. Μετά την αρχική συμβουλευτική κλήση και εφόσον αποφασίσετε να προχωρήσουμε, συνήθως προτείνεται να ξεκινήσετε με έξι συνεδρίες. Πολλοί πελάτες επιλέγουν να συνεχίσουν με θεραπεία ανοιχτής διάρκειας για βαθύτερη διερεύνηση και βιώσιμη πρόοδο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πραγματοποιείται ανασκόπηση κάθε 6–7 συνεδρίες.
Η προσέγγιση βασίζεται στις δικές σας ανάγκες και στόχους. Αντλώ από διάφορες θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως η προσωποκεντρική ψυχοθεραπεία, οι ψυχοδυναμικές/ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT), θεραπείες βασισμένες στη mindfulness και άλλες. Εάν έχετε απορίες, μη διστάσετε να επικοινωνήσετε.
Η πρώτη πλήρης συνεδρία είναι μια ευκαιρία να ξεκινήσουμε τη δημιουργία της θεραπευτικής σχέσης, να διερευνήσουμε τι σας έφερε στη θεραπεία, ποιοι είναι οι στόχοι σας και να απαντήσουμε σε αρχικές ερωτήσεις. Είναι ένας συνεργατικός και υποστηρικτικός χώρος γνωριμίας.
Βλέπω μόνο εφήβους (π.χ., 16 ετών και άνω). Δυστυχώς, δεν εργάζομαι με παιδιά στο ιδιωτικό μου γραφείο.
Οι συνεδρίες πραγματοποιούνται στα ελληνικά και στα αγγλικά, είτε δια ζώσης είτε διαδικτυακά. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε τη γλώσσα με την οποία νιώθετε πιο άνετα.
Ναι. Πολλοί πελάτες συνδυάζουν δια ζώσης και διαδικτυακές συνεδρίες ανάλογα με το πρόγραμμά τους ή την άνεσή τους. Η ευελιξία αποτελεί βασικό μέρος της υποστήριξης.